Ιστορικά & Λαογραφικά
- Εμφανίσεις: 6

Όταν ήμουν μικρή, το σπίτι της γιαγιάς Βασιλικής και του παππού Βαγγέλη ήταν για μένα ένας Παράδεισος.
Πώς φαντάζεται ένα παιδάκι τον Παράδεισο; Ζωάκια, πουλιά, λουλούδια, χρώματα και φως...
Στο πίσω μέρος του σπιτιού σε μια κατηφορική πλαγιά ήταν ο... προθάλαμος του Παραδείσου. Εκεί βρίσκονταν ο κουνελώνας, το κοτέτσι, ο αχυρώνας με τις κατσίκες και τρία αγαπημένα δέντρα. Δυο γέρικες αμυγδαλιές-χαρά Θεού όταν άνθιζαν την άνοιξη- που στις ρίζες τους ήταν σωριασμένη «χωνεμένη» κοπριά από τις κατσίκες. Πολλές φορές παίζαμε εκεί με τον Αντώνη. Ο παππούς Βαγγέλης μάς είχε φτιάξει δύο ξύλινα σκαλιστηράκια και σκάβαμε το κοκκινόχωμα και τη ζεστή, μαλακή κοπριά. Πιο κει μια μεγάλη κορομηλιά που έκανε μεγάλα, κίτρινα, γλυκά κορόμηλα.
Παρακάτω ήταν και μια άλλη κορομηλιά. Δεν τη συμπαθούσα πολύ. Τα κορόμηλά της ήταν μεγάλα, κόκκινα αλλά ξινούτσικα και χοντρόφλουδα. Δίπλα σ' αυτή την κορομηλιά υπήρχε ένα είδος πόρτας. Ξύλινο περίγραμμα, ντυμένο με λεπτή σίτα για να μην ξεφεύγουν οι κότες προς το αμπέλι. Όταν κάποιες κατάφερναν να πηδήξουν το φράχτη η γιαγιά τούς ψαλίδιζε τα φτερά μ' ένα μεγάλο ψαλίδι για να μην το ξανακάνουν.
Όταν περνούσαμε αυτή την πόρτα αφήναμε πίσω μας τον προθάλαμο και βρισκόμασταν στον κυρίως Παράδεισο. Περπατούσαμε στο μονοπάτι και αφήνοντας πίσω αριστερά το αμπέλι, φτάναμε ....στα καλύτερα.
Ένα μεγάλο λιβάδι με καταπράσινο γρασίδι που έφτανε ως το γόνατο. Όταν φυσούσε το ανοιξιάτικο αεράκι κυμμάτιζε σαν ανοιχτοπράσινη θάλασσα. Στο τέρμα του λιβαδιού, σε ελαφριά ανηφορίτσα ήταν το αλώνι. Μια μικρή στρογγυλή πλατεία που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το αλώνισμα.
Αρχές της άνοιξης το αλώνι γέμιζε «κουκοστάφυλα», μωβ λουλουδάκια όμοια με μικροσκοπικά σταφύλια. Φύτρωνε και χαμομήλι και κάτι άλλες μαργαρίτες που η γιαγιά τις έλεγε «αρμένες». Εκεί που τέλειωνε το αλώνι άρχιζε κατηφορική πλαγιά με σκουροπράσινα κυπαρίσσια και πεύκα. Στην αρχή της άνοιξης αυτή η πλαγιά γέμιζε ροζ ανεμώνες, όσο περνούσε όμως ο καιρός και ζύγωνε το Πάσχα οι ανεμώνες παραχωρούσαν τη θέση τους στις κατακόκκινες παπαρούνες.
Αυτός ήταν ο μικρός μας Παράδεισος. Κότες , κουνέλια, κατσικούλες, ροζ αμυγδαλιές, άσπρες κορομηλιές, πράσινο γρασίδι, μωβ κουκοστάφυλα, ροζ ανεμώνες, κόκκινες παπαρούνες...
Κοντά όμως στο μικρό μας Παράδεισο , βρίσκονταν και η κόλαση...
Τι ήταν η κόλαση; Ήταν το «γούπατο» ( λακούβα) όπου το 1943 οι αντάρτες του Άρη Βελουχιώτη εκτέλεσαν τον Τουρκοχρήστο. Ο Τουρκοχρήστος ήταν Έλληνας προδότης ο οποίος σε συνεργασία με τους Ιταλούς ρήμαζε τα χωριά της περιοχής. Ώσπου τον συνέλαβαν οι αντάρτες του Άρη και μετά από σύντομη δίκη στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τον εκτέλεσαν και πέταξαν το σώμα του σ' αυτό το γούπατο κάτω απ' το αλώνι του παππού. Ο πόλεμος , η προδοσία, οι εκτελέσεις όλα αυτά δεν είναι κόλαση; Α, και να μην ξεχνάμε το φόβο, απαραίτητο συστατικό της κόλασης. Η γιαγιά Βασιλική έλεγε ότι η ψυχή του Τουρκοχρήστου τριγυρνάει εκεί γύρω και πολλοί που περνούσαν το βράδυ έβλεπαν φωτάκια και την άκουγαν να βογγάει. Βογγούσε από τον πόνο της εκτέλεσης κυρίως όμως από το ότι πήγε αδιάβαστος και άκλαφτος και κανένας ποτέ δεν του άναψε κερί και καντήλι. Δεν τολμούσαμε να περάσουμε από κει όταν έπεφτε ο ήλιος.
Δεν ξέρω αν η χάρη του Θεού με οδηγήσει κάποτε στον Παράδεισο. Δεν ξέρω αν θα έχει ανθισμένες μυγδαλιές και κορομηλιές, πράσινο γρασίδι, κουκοστάφυλα και χαμομήλια, ανεμώνες ροζ και κόκκινες παπαρούνες.
Σίγουρα όμως σε κάποια γωνιά θα με περιμένει η γιαγιά η Στυλιανή, η προγιαγιά μου. Θα τη γνωρίσω γιατί θα έχει το κεφάλι της σφιχτοδεμένο με τη μαντήλα, άσπρο πουκάμισο κι από πάνω μαύρο γιλέκο. Θα κρατάει στο ένα της χέρι νήμα με το αδράχτι κρεμασμένο και στο άλλο τη ρόκα. Έτσι τη γνώρισα μέσα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που κρέμεται χρόνια πολλά δίπλα στο τζάκι στο σπίτι του παππού Βαγγέλη.
Πώς είμαι σίγουρη ότι η γιαγιά Στυλιανή έχει μια θέση στον Παράδεισο; Ίσως από τον αγώνα που έκανε για να αναθρέψει τα εννιά παιδιά της; Ίσως από τον πόνο που υπέμεινε καρτερικά όταν έχασε τα δύο από αυτά; Ίσως από την αξιωσύνη της κι από το ότι ανέτρεψε τα στερεότυπα της εποχής; Ζωσμένη το όπλο πήγαινε στα χωράφια γιατί ο προπάππους Κωνσταντίνος ήταν φιλάσθενος. Έμενε αυτός στο σπίτι και μαγείρευε και η γιαγιά είχε την επίβλεψη των χωραφιών. Ίσως από τη γενναιότητά της; Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη Φτέρη και άρχισαν να καίνε τα σπίτια, η γιαγιά τους προϋπάντησε με τσίπουρο και φρέσκο ψωμί και κατάφερε παρακαλώντας τους να σώσει πολλά σπίτια στη γειτονιά της.
Θα μπορούσε να πει κάποιος : “σιγά τα σπουδαία, όλες οι γυναίκες τότε το ίδιο πονούσαν, αγωνίζονταν, υπέμειναν. Κι αυτό,το ότι έσωσε κάποια σπίτια, μπορεί να έκρυβε και κάποια ιδιοτέλεια, μπορεί να σκέφτονταν ότι κάτι θα κέρδιζε από τους συγχωριανούς” .
Τα δέχομαι όλα αυτά. Επιμένω όμως για το ότι έχει μια θέση στον Παράδεισο. Για κάτι πολύ μικρό που μπορεί ούτε η ίδια να μη φαντάστηκε την αξία και τη σπουδαιότητά του. Μια πράξη χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, μια πράξη συγχωρητικότητας και ευσπλαχνίας.
Όταν οι αντάρτες συνέλαβαν στο χωριό Λευκάδα τον Τουρκοχρήστο, τον έδεσαν πίσω από μια φοράδα που κάλπαζε αναγκάζοντάς τον να φτάσει τρέχοντας στη Φτέρη. Όταν έφτασε ήταν ένα ανθρώπινο κουρέλι και λέγεται ότι οι χωριανοί που πολύ είχαν υποφέρει από αυτόν, τον έβριζαν και τον έφτυναν. Τότε βγήκε η γιαγιά Στυλιανή από την ψηλή ξύλινη αυλόπορτα-η μάνα μου θυμάται ότι την είχαν αμπαρώσει για να μη βγουν τα παιδιά και δουν το φριχτό θέαμα- και πρόσφερε στον Τουρκοχρήστο δροσερό νερό. Ίσως να ήταν το τελευταίο πράγμα που γεύτηκε πριν την εκτέλεσή του. Γεύτηκε όχι μόνο το νερό αλλά και το έλεος και την αγάπη που του προσφέρθηκαν απ' τη γιαγιά χωρίς αντάλλαγμα. Τι να ζητήσεις άλλωστε από έναν ετοιμοθάνατο;
Γι' αυτό σας λέω, η γιαγιά Στυλιανή ταξίδεψε για τον Παράδεισο με εισιτήριο ένα «ποτήριον ψυχρού ύδατος»
Και ποιος ξέρει; Μπορεί το στοργικό της βλέμμα τη στιγμή που τον πότιζε να άνοιξε και για τον Τουρκοχρήστο τις πύλες του Παραδείσου. Όπως ακριβώς πριν πολλά-πολλά χρόνια το γεμάτο αγάπη βλέμμα του Χριστού μας άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου για ένα άλλο απόβρασμα της κοινωνίας, τον ληστή του Γολγοθά.
Αφήγηση Γεωργία Αντωνούλα
- Εμφανίσεις: 69

Μέχρι πρόσφατα, από τη προφορική παράδοση και τα βιβλία που είχαν γραφεί για τη Φτέρη, - με πρώτο το βιβλίο του Γ. Τσιούστα- θεωρούσαμε ότι η Φτέρη δημιουργήθηκε από καταδιωκομένους Σουλιώτες γύρω στο 1760-1770 . Νεότερα όμως στοιχεία, που βρέθηκαν σε Τούρκικα κιτάπια απογραφής του 1520 (σε ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης χαρτιού στη Βουλγαρία που τα προμηθεύτηκε σε διαγωνισμό από το Τουρκικό κράτος, τα οποία μας μετέφρασε ο κ. Καλαβέσιος Γεώργιος που είναι άριστος γνώστης της οθωμανικής γραφής και κατάφερε να μας κάνει τις μεταφράσεις των κειμένων), διαπιστώσαμε ότι η Φτέρη είναι πολύ παλαιότερο χωριό!!!. Σύμφωνα με αυτά τα αρχεία, το 1520 έγινε απογραφή – κάτι που το συνήθιζαν οι Οθωμανοί – και για πρώτη φορά αναφέρεται το όνομα της Φτέρης σε επίσημο έγγραφο. Στη προηγουμένη απογραφή η Φτέρη είχε απογραφεί μαζί με τα Καμπιά. Πιθανόν εκείνα τα χρόνια να υπήρχαν περισσότερα σπίτια ανάμεσα στα 2 χωριά και οι Οθωμανοί να θεωρούσαν σαν συνέχεια το ένα χωριό με το άλλο. Στην απογραφή αναφέρονται ονομαστικά 21 οικογένειες. Τότε δεν έκαναν απογραφή κατ΄ άτομο αλλά κατά οικογένεια. Και με δεδομένο ότι τότε σε κάθε σπίτι - οικογένεια θα ήταν το λιγότερο 4 άτομα έχουμε 84 άτομα στη Φτέρη –το λιγότερο– συν 2 χήρες, συν 2 που είχαν επιλέξει να αλλαξοπιστήσουν, ζούσαν λοιπόν 88 άτομα το λιγότερο ίσως και πάνω από 100. Άρα λοιπόν αυτό που είχε γράψει στο βιβλιο του ο Τσούστας το 1893 -δια στόματος του παππού του πολεμιστή Χρήστου Τσιούστα- ότι στη πλατεία της Φτέρης υπήρχε παρεκκλήσι με βυζαντινές εικόνες «κουμπώνει» με αυτό γιατί ένα χωριό με τόσα άτομα, πολύ φυσικό είναι να έχει και παρεκκλήσι. Για να έχει ένα χωριό το 1520 ήδη πάνω από 100 κατοίκους το πιο πιθανό είναι να υφίσταται για 50 ίσως και 100 χρόνια πριν. Άρα λοιπόν, η Φτέρη είναι μεσαιωνικό χωριό και υπήρχε πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης!!! Κάνοντας μια χρονική υπέρβαση, εφόσον δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα η αναφορές - ακόμα- για το ενδιάμεσο διάστημα, πάμε στο 1694 όπου στη περιοχή μας βρίσκουμε έναν Μανιάτη πειρατή τον Λιμπεράκη Γερακάρη, ο οποίος μια πολεμάει στο πλάι των Τούρκων, μια στο πλάι των Ενετών, και μια στο πλάι των Ελλήνων, σύμφωνα με τα προσωπικά του συμφέροντα. Όταν απέτυχε να καταλάβει τα Σάλωνα και το Καρπενήσι υποχωρώντας κατέκαψε όλα τα χωριά της περιοχής μας και φυσικά και τη Φτέρη. Όσοι γλύτωσαν βρήκαν καταφύγιο στη Γουλινά σε διάφορα σημεία (Ισιώματα, Μπαλκομάταινα κλπ) όπως αναφέρεται σε διάφορα εκκλησιαστικά έγγραφα και προσπαθούσαν να επιβιώσουν με τις οικογένειές τους . Κάνοντας άλλη μια χρονολογική υπέρβαση πάμε περίπου στο 1760-1770 όπου έφτασαν στην Σκλήβιανη η ομάδα των καταδιωκομένων Σουλιωτών. Η Σκλήβιανη είναι μια τοποθεσία ανάμεσα στα σημερινά Καμπιά και τα Παλιό-Καμπιά. Στην Σκλήβιανη έφτιαξαν πρόχειρα καταλύματα και άρχισαν να καλλιεργούν τη γη για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Το έδαφος όμως εκεί ήταν φτωχό και δεν μπορούσε να θρέψει τόσα άτομα. Στη σημερινή Άνω Φτέρη υπήρχε μοναστήρι (πιθανότατα στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο Άγιος Γεώργιος) με αρκετούς μοναχούς που είχαν κήπους και μικρά χωραφάκια αλλά ήταν υπερήλικες και δυσκολεύονταν να τα καλλιεργήσουν. Έτσι όταν πήγαν οι Σουλιώτες να ζητήσουν τη βοήθειά τους, οι μοναχοί τους έδωσαν τα κομμάτια γης με αντάλλαγμα να δίνουν και σε αυτούς τρόφιμα. Έτσι λοιπόν εγκαταστάθηκαν εκεί και άρχισαν να φτιάχνουν τη ζωή τους σε αυτή τη περιοχή. Περνώντας τα χρόνια, άρχισαν να αγοράζουν χωράφια στον κάμπο της Φτέρης και να ανεβοκατεβαίνουν κάθε μέρα. Κάποια στιγμή έφτιαξαν καλύβες για ευκολία στη σημερινή Φτέρη και το είχαν ονομάσει «Καλύβια» και έτσι την έλεγαν οι μεγαλύτεροι τη Φτέρη μέχρι πρόσφατα. Με τη πάροδο του χρόνου κατέβηκαν σχεδόν όλοι στη σημερινή Φτέρη και έφτιαξαν εκεί τα σπίτια τους και τη ζωή τους. Τα σπίτια στην Άνω Φτέρη χρησιμοποιούνταν είτε ως μόνιμη κατοικία από κάποιους, είτε ως παραθεριστική το καλοκαίρι μιας και αρκετοί είχαν χωραφάκια μικρά και κήπους διότι υπήρχαν άφθονα νερά έως την περίοδο του Εμφυλίου. Μετά τον Εμφύλιο εγκαταλείφθηκε για αρκετά χρόνια έως περίπου στην αρχή της δεκαετίας του 80 που με ενέργειες του Συλλόγου των Απανταχού Φτερωτών, κατάφεραν να αναγνωριστεί πάλι ως ενεργός οικισμός, να μπει ηλεκτρικό ρεύμα και τηλέφωνο και να γίνουν βασικά έργα υποδομής . Χτίστηκαν αρκετά νέα σπίτια – μιας και ολα τα παλιά κατεδαφίστηκαν, ξανάνοιξε η ταβέρνα στην πλατεία και έχει γίνει πλέον σημείο αναφοράς για όλη την ευρύτερη περιοχή . Εδώ να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Νίκο Θεοδώρου, γιατί αυτός ανακάλυψε αυτά τα Οθωμανικά αρχεία , και επειδή γνώριζε τον κ. Καλαβέσιο Γεώργιο του ανέθεσε την μετάφραση και επίσης επωμίστηκε το οικονομικό κόστος. Ελπίζω να εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία και άλλα χωριά της περιοχής μας και να μάθουν και αυτοί την ιστορία τους. Και τελειώνοντας αυτό το μικρο άρθρο να ευχηθώ να ανακαλύψουμε και άλλα έγγραφα από το παρελθόν της Φτέρης και να συμπληρώσουμε τις ψηφίδες που λείπουν για να έχουμε όλη την εικόνα της ιστορίας μας.
- Εμφανίσεις: 382

Τα σπούρνια (Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που έχουν ξεχαστεί !!!!!)
Παλιότερα το πρωΐ της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά του χωριού, κρατώντας στο χέρι κλωναράκια από πουρνάρι, γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να πούν τις ευχές τους για τον καινούριο χρόνο. Οι νοικοκυραίοι τους άνοιγαν και επειδή σ΄ όλα τα σπίτια υπήρχε σόμπα ή τζάκι (βλέπετε σόμπες πετρελαίου ή καλοριφέρ ήταν τότε είδη επιστημονικής φαντασίας), πήγαιναν στη φωτιά και έβαζαν στη φλόγα το κλωνάρι από το πουρνάρι και ενώ αυτό καιγόταν, έλεγαν τις ευχές τους: «Σπούρνια αυγά, κότες, γίδες κουνέλια, σιτάρια, κρασιά, αμπέλια, λεφτά κ.λ.π». Έφευγαν παίρνοντας την καθιερωμένη για τους περισσότερους δραχμούλα και βέβαια τηγανίτα που είχαν εκείνη τη μέρα όλα τα σπίτια. Πήγαινα ακόμα στο Δημοτικό. Πρέπει να ήταν γύρω στο 1970. Κοντά στο σπίτι μου, εκεί που σήμερα είναι το σπίτι του Λάκη Σταμοκώστα, ήταν το σπίτι του Bill του Αμερικάνου. Λεγόταν Βασίλειος Λαγός και ζούσε με τη γυναίκα του, το γένος Τριανταφύλλου από τα Καμπιά. Δεν είχε παιδιά και πρέπει να ήταν τότε γύρω στα 70. Ενώ ετοιμαζόμουν να πάω στα σπούρνια, μου λέει ο πατέρας μου: «¨Όταν πάς στον Bill, μαζί με τα άλλα, θα του πείς και σπούρνι παιδιά!!» Πήγα εγώ στο σπίτι του Bill που εκείνη την εποχή είχε ούτε τζάκι, ούτε σόμπα. Είχε στόφα!!!!! Πολυτέλεια !!! Άρχισα να λέω τα σπούρνια ενώ ο Bill ήταν ξαπλωμένος με τις πυζάμες στο κρεββάτι δίπλα στη στόφα. Είπα τις ευχές, είπα και για τα παιδιά, οπότε πετάγεται πάνω ο Bill και μου λέει: «Τϊ είπες βρε κερατά??? Και απλώνει να πιάσει τη μαγκούρα που ήταν δίπλα στο κρεββάτι. Παράτησα τη στόφα ανοιχτή, τα υπόλοιπα πουρνάρια στο πάτωμα και έγινα μπουχός. Δεν πήρα ούτε λεφτά ούτε τίποτα. Γύρισα το σπίτι τσατισμένος, γιατί ποιός πήγαινε εκείνη των ώρα να κόψει άλλα πουρνάρια, για να συνεχίσει τα σπούρνια. Πάει το μεροκάματο!!! Είπα στον πατέρα μου τι έγινε και έβαλε τα γέλια, με αποτέλεσμα να τσατιστώ ακόμα περισσότερο. Την άλλη μέρα ήρθε ο Bill από το σπίτι μου, πηγαίνοντας προς το καφενείο και μου έδωσε ένα 20άρικο!!!!!! Παλαβά λεφτά!!!!! Έπαιζα δεκαρολόϊ με μπάζ και παράμπαζο μέχρι το Πάσχα!!! Ήταν, μου είπε, η καλύτερη ευχή που του είχαν δώσει, αλλά …………. θα έπρεπε να του την έλεγαν πρίν 30-40 χρόνια !!!!!!
Αφήγηση Κώστας Βασ.Τσίφτης
- Εμφανίσεις: 183

Τα χρόνια που το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος προσπαθούσε να ορθοποδήσει και να αναπτυχθεί μετά την επανάσταση του 1821 ήταν δύσκολα
Εκτός από τους Οθωμανούς που επιχειρούσαν να ανακαταλάβουν τα χαμένα εδάφη και τον ακήρυχτο εμφύλιο που κατέτρωγε εκ των έσω τις σάρκες του έθνους η ληστεία ήταν το τρίτο σοβαρότερο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο κράτος.
Aπό την περίοδο του Βυζαντίου και παλαιότερα και ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν, οι ληστές ήταν άλλοτε πρωταγωνιστές και άλλοτε κινούνταν στην αφάνεια της ιστορίας. Όταν ξέσπασε η επανάσταση οι ληστές και οι συμμορίες τους είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε πολλές περιπτώσεις ταυτίζονταν με τους σκληραγωγημένους ήρωες των αγροτικών και λαϊκών μαζών. Η ληστεία ήταν ένδειξη ηρωισμού, φούντωνε τη φαντασία και την ψυχή των αδυνάτων αλλά και πολλών φιλόδοξων και δυναμικών νέων που έβλεπαν το δρόμο προς το βουνό ως διέξοδο και ευκαιρία για να αναδείξουν τις αρετές τους και να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους.
Η μεγάλη αναρχία
Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 η Ελλάδα μπήκε σε μία πολύ σκοτεινή και δύσκολη περίοδο. Στη χώρα και ειδικά στην απομονωμένη ύπαιθρο επικράτησε μεγάλη αναρχία. Τα ελαφρά τάγματα διαλύθηκαν και οι στρατιώτες ξαναγύρισαν στους παλιούς άτακτους αρχηγούς τους με τους οποίους τους συνέδεαν τα κοινά πολεμικά βιώματα και οι νωπές δάφνες των μαχών και των αγώνων της Εθνεγερσίας. Διαλυμένα και διασκορπισμένα τα ελαφρά τάγματα στις ελληνικές επαρχίες καταπίεζαν τους αγροτικούς πληθυσμούς, αρπάζοντας τα ζώα τους και τις πενιχρές οικονομίες τους. Όταν ήρθε η Αντιβασιλεία προσπάθησε να βάλει τάξη με το διάταγμα 2/14 Μαρτίου 1833 όπου διέλυσε τα άτακτα στρατεύματα και στη θέση τους δημιούργησε 10 τάγματα ακροβολιστών.
Οι άτακτοι στρατιώτες δεν είδαν με καλό μάτι τη νέα στρατιωτική οργάνωση και αρνήθηκαν να καταταχτούν στα νέα τάγματα. Η αυστηρή πειθαρχία, οι συνεχείς ασκήσεις, η φράγκικη ενδυμασία (τα περιβόητα «στενά») ήταν αντίθετα από τις μακροχρόνιες άτακτες συνήθειές τους και τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους.
Η συμφωνία Ελλήνων και Τούρκων
Τα σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με την Τουρκία ήταν τα βόρεια σύνορα της σημερινής Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως η δράση των ληστών και η καταστολή τους ήταν από τα κοινά θέματα που απασχολούσαν Έλληνες και Τούρκους και ίσως το μοναδικό ζήτημα που τους έφερνε συχνά στο ίδιο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έμεινε ιστορική η συμφωνία Ελλήνων και Τούρκων το 1856. Η πάταξη της ληστείας τους οδήγησε να συνάψουν σύμβαση η οποία στο άρθρο 3 που άφηνε ανοικτή την επέμβαση των στρατιωτικών αποσπασμάτων ακόμα και μέσα στην Επικράτεια των δύο χωρών.
Η Φθιώτιδα γη των ληστών
Στη Φθιώτιδα λόγω των ορεινώ ν όγκων, των απομονωμένων χωριών, των δύσκολων και κρυφών περασμάτων ευνοούνταν η ανάπτυξη πολλών και σκληροτράχηλων ληστοσυμμοριτών. Τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Φθιώτιδα άρχιζαν από τον Παγασητικό Κόλπο και το χωριό Μιντσέλα (Αμαλιάπουλη) και έφταναν έως και 150 χιλιόμετρα δυτικά. Η φρούρηση των συνόρων με τους Τούρκους ήταν δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση λόγω του ανάγλυφου και δασώδους εδάφους.
Υπό κανονικές συνθήκες θα απαιτούνταν πολλές χιλιάδες στρατιώτες για να φυλάξουν τα σύνορα και η Ελλάδα δεν είχε τη δύναμη για τέτοια σχέδια. Έτσι οι ληστές είχαν άτυπα το ρόλο των συνοριοφυλάκων χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έκαναν επιχειρήσεις εντός του τουρκικού κράτους αποκτώντας έτσι και εξαιρετική φήμη αλλά και ιδιαίτερες σχέσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς και ειδικά το ελληνικό στοιχείο που ακόμα δεν είχε απελευθερωθεί.
Το ληστρικό καθεστώς στην παραμεθόριο
Μάλιστα σύμφωνα με τον ιστορικό και λογοτέχνη Παύλο Καλλιγά «...δεν ήταν μόνο η εκτεταμένη και η ορεινή δασώδης οροθετική γραμμή της Φθιώτιδας που δυσκόλευαν την καταπολέμηση της ληστείας, ήταν και το ληστρικό καθεστώς που επικρατούσε στην παραμεθόριο. Οι ληστές που κινούνταν κατά μήκος της τουρκικής μεθορίου εισέρχονταν στο Ελληνικό και διέπρατταν διάφορες ληστοπραξίες. Καταδιωκόμενοι από τα ελληνικά μεταβατικά αποσπάσματα κατέφυγαν στο Τουρκικό, όπου στην κυριολεξία είχαν το άσυλό τους. Οι Τουρκαλβανοί δερβεναγάδες όχι μόνο δεν τους καταδίωκαν, αλλά αντίθετα τους περιέθαλπαν και, πολλές φορές, τους κατέτασσαν στα στρατιωτικά τους σώματα, διαμοιράζοντας τη ληστρική τους λεία μεταξύ τους. Λόγω των ληστρικών επιδρομών η επαρχία της Φθιώτιδας ήταν πάντοτε σχεδόν ανάστατη, υποφέροντας τόσο από τους ληστές όσο και από τη συμπεριφορά των μεταβατικών αποσπασμάτων, που κατατυραννούσαν και ζημίωναν τους κατοίκους με τα καταλύματα και την τροφοδοσία τους».
Οι ανένταχτοί στον τακτικό στρατό
Η ληστεία όμως συνεχίστηκε και μετά από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Κάποιοι πρώην στρατιωτικοί με κλίση στην παραβατική συμπεριφορά -που δεν κατόρθωσαν να ενσωματωθούν τελικά στον στρατιωτικό βραχίονα που δημιούργησε κατ΄αρχήν ο Καποδίστριας και στη συνέχεια ο Όθωνας- δημιούργησαν συμμορίες και λυμαίνονταν διάφορες περιοχές. Έκλεβαν, απήγαγαν ανθρώπους και ζητούσαν λύτρα και άλλοτε, όπως στις δύο επιστολές που θα παρακολουθήσουμε σήμερα, ζητούν λύτρα γιατί αν δεν τα πάρουν, θα επιτεθούν στα χωριά.
Οι δύο επιστολές ντοκουμέντα από τα Γ.Α.Κ.
Το ethnos.gr δημοσιεύει δύο επιστολές που φέρνει στο φως από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) ο ιστορικός και ερευνητής Γιώργος Πύργαρης. Τα σπάνια ντοκουμέντα φέρουν την υπογραφή ενός αρχιληστή που είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είχε... διονυσιακή υπογραφή στις επιστολές του οι οποίες για τα δεδομένα της εποχής και σε σύγκριση με τις γραμματικές γνώσεις των ομολόγων του ήταν πολύ καλή και ιδιαίτερη.
Πιθανόν ο Πούτσος να είναι ο Καλαμάτας
Σύμφωνα με νεότερη έρευνα εκτιμάται πως πιθανότατα να πρόκειται για τον Αναστάσιο Καλαμάτα οποίος έδρασε από το 1834 έως το 1853 στη Φθιώτιδα και ειδικά στη Σπερχιάδα χωρίς να διστάζει να εισέρχεται στην οθωμανοκρατούμενη Θεσσαλία. Μαζί με τον Γιαταγάνα και τον Καταρραχιά ήταν μερικοί από τους πιο δυνατούς λήσταρχους
Ο Τάσος Πούτσος και οι 45 πουτσαράδες του
Πρώτη επιστολή,
Χατσαίοι, να ειδοποιήσετε τους χωριανούς σας να φιάσουν τα κολονάτα όπου τους λέγω, και να φιάσετε και εσείς άλλα τριακόσια κολονάτα, σε τρεις ημέρες και αν δεν τα φιάσετε να δυνατέψετε τα οσπίτια σας και να με καρτερήτε να πολεμήσωμεν. Εγώ δεν είχα σκοπόν να σας πειράξω αλλ΄εξ΄αιτίας του κυρ γεώργη όπου επήγε να απεράση γαλόνι και έλεγε του φράγκου. μας ήρθε το κελεπούρι και μας αλικότεψε την ξαγοράν και έχασα 400 τάλλαρα, τώρα θα τα πάρω από εσάς και από τους χωριανούς σας και αν δεν τα φιάσεις δε θα σε κρατήση ούτε η Λαμία, ούτε λειβαδιά, ούτε η αθήνα και μέσα στου βοδιού το κέρατο να μπεις εγώ θα σ΄εύρω και στοχάσου καλά που είσαι σήμερα στο κλειτσόν δεν είσαι στην αθήνα και καρτερώ την απάντηση ή θα μου δώσης τα χρήματα ή θα καρτερέσης να πολεμήσωμεν. περισσότερον δεν σου γράφω.
Τάσος πούτσος
με 45 πουτσαράδες και όλοι ξεβράκοτοι
28 σεπτεμβρίου 1848

Δεύτερη επιστολή,
Πάρεδρος και λοιποί... τι τριγυρίζετε κερατάδες και δεν μου φέρνετε τα τάλλαρα όπου σας έγραφα ή μου φέρνετε τα τάλλαρα ή καρτεράτε με φιάστε τρεις πόρτες να με πολεμήσετε ή πάρτε τον Γαλή, τον Καρκεντζέλα και τον Γιατζαγάννη. και συ Χατσόπουλε, τι νομίζεις και δεν μου στέλνεις τα τάλληρα, δεν μου γλιτώνης και μην πέρνης και τον κόσμον στον λεμόν σου και τους εμποδίζεις, έτζι κύριε το γιόμα καρτέρα...
3 οκτωβρίου 1848
Τάσος πούτσος
με 45 πουτσαράδες

Είχαν το δικό τους νόμο
Οι ληστές πολλές φορές αναλάμβαναν να επιβάλλουν και το νόμο στις παραμεθόριες περιοχές ενισχύοντας τους αδυνάτους έναντι των ισχυρών και των πλουσίων. Η δράση τους καταγράφηκε σε πολλά δημοτικά τραγούδια που περισσότερο εξυμνούν τη δράση τους παρά τους επικρίνουν.
Πως όμως οι ληστές απολάμβαναν τον θαυμασμό του λαού ενώ διέπρατταν φοβερά εγκλήματα;
Ο Θωμάς Γ. Καλοδήμος φιλόλογος, συγγραφέας αναφέρει: «Οι ληστές και οι λαός έτρεφαν κοινό μίσος προς την εξουσία, ενώ στις μεγάλες δοκιμασίες του λαού και των τοπικών κοινοτήτων οι ληστές έπαιρναν πρωτοβουλίες διατηρώντας ιδιαίτερους κανόνες συμπεριφοράς και «ηθικές αρχές».
Οι 4 απαράβατοι κανόνες
Είχαν το δικό τους απαράβατο κώδικα συμπεριφοράς και δικαιοσύνης που συνοπτικά αποτελούνταν από τέσσερις κανόνες:
1. Κυνηγούσαν και σκότωναν όλους εκείνους που τους κατέτρεχαν, τους αδικούσαν και επιδίωκαν την εξόντωσή τους.
2. Έκοβαν τις μύτες και τα αυτιά αυτών που τους έχουν προδώσει στην εξουσία. Με αυτό τον τρόπο τους στιγμάτιζαν για πάντα ώστε να είναι παράδειγμα αποτροπής για τους υπολοίπους.
3. Έπαιρναν χρήματα από τους δυνατούς και τους κατέχοντες για να επιβιώνουν οι ίδιοι και οι συμμορίες τους βοηθώντας σε πολλές περιπτώσεις φτωχούς και ορφανά.
4. Επιδίδονταν σε απαγωγές επωνύμων, πλουσίων και αξιωματούχων ζητώντας λύτρα. Σε διαφορετική περίπτωση αποκεφάλιζαν ή σκότωναν τα θύματα τους».
Το χάρισμα των Ελλήνων
Παρόλα αυτά οι Έλληνες ληστές είχαν και το... χάρισμα της «ηθικής ανωτερότητας» επιβεβαιώνει και εκφράζει και ο πρώτος πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα και γνωστός φιλέλληνας Κάρολος Τάκερμαν ο οποίος στις αναφορές του επικαλείται περιηγητές που είχαν πέσει θύματα. Τονίζει πως οι Έλληνες ληστές με τους ληστές στη Νότιο Ιταλία, Σικελία, Ισπανία και Ουγγαρία. Παρά την αγριότητα τους είχαν και ευαισθησίες, που εκδηλώνονταν με την ενίσχυση ορφανών, την προικοδότηση ορφανών κοριτσιών, το χτίσιμο εκκλησιών, την ανακαίνιση μοναστηριών, τη βάφτιση παιδιών κλπ».
Αδικίες και βεντέτες
Βασικός παράγοντας που τροφοδοτούσε τις συμμορίες των ληστών με νέο αίμα ήταν τα κριτήρια της στράτευσης που γινόταν με το σύστημα της κλήρωσης των στρατεύσιμων από τους καταλόγους που κατάρτιζαν οι Δήμαρχοι. Τα κριτήρια δεν ήταν αξιοκρατικά, γίνονταν αδικίες και νοθείες κατά την κλήρωση μεταξύ των υποψηφίων στρατιωτών. Οι μεροληψίες οδήγησαν πολλούς στη ληστεία για να αποφύγουν τη στράτευση και άλλους πάλι διότι έμεναν εκτός στρατεύματος και για λόγους εκδίκησης στρέφονταν κατά της εξουσίας. Οικογενειακές διαμάχες, ανθρωποκτονίες, βεντέτες, αποφυγή φυλάκισης εξαιτίας της διάπραξης κάποιου εγκλήματος και η προσδοκία για απόκτηση εύκολου πλούτου οδήγησαν πολλούς στη ληστεία
Πότε τιμωρούσαν φτωχούς
Η μη εφαρμογή των νόμων και η μεροληπτική εφαρμογή τους υπέρ των ισχυρών και η αυστηρότητά τους έναντι των φτωχών και των αδυνάτων, οδηγούσε πολλούς στο κλαρί και στη διεκδίκηση του δίκιου τους από τους ίδιους και όχι από τη δικαιοσύνη. Οι ληστές, κατά κανόνα, τιμωρούσαν και ζητούσαν λύτρα από τους πλούσιους, τους δανειστές και τους καταπιεστές του λαού, δηλαδή από τους έχοντες, και όχι από το φτωχό λαό. Τιμωρούσαν φτωχούς ανθρώπους μόνον σε περιπτώσεις αντεκδίκησης και προδοσίας.
Το μυστήριο με το μύθο των ληστών
Έτσι η εικόνα του ληστή εξιδανικεύεται στη συνείδηση του λαού και ο ληστής ηρωοποιείται και αποτελεί πρότυπο προς μίμηση για τα ζωηρά και ανήσυχα άτομα. Ο ληστής λοιπόν έχει κάτι από την αίγλη των κλεφτών του 1821 και ο λαός τους θαυμάζει και τους εξυμνεί με τα ληστρικά τραγούδια, που έχουν την ίδια τεχνοτροπία και την ίδια μουσική απόδοση με τους άμεσους προγόνους τους τα κλέφτικα τραγούδια. Αυτή τη δόξα ζήλεψαν πολλοί και πήραν το δρόμο του ληστρικού βίου. Στη συνείδηση του λαού οι ληστές δεν ήταν μόνο ήρωες αλλά και, κατά κάποιο τρόπο, και κοινωνικοί συμπαραστάτες. ενίσχυαν ορφανά, προικοδοτούσαν φτωχά κορίτσια, έχτιζαν εκκλησίες και ανακαίνιζαν μοναστήρια, πράξεις που εξευγένιζαν τις ληστοπραξίες και τα εγκλήματά τους και τύγχαναν της επιδοκιμασίας του λαού, και γι’ αυτό τους έκρυβε, τους τροφοδοτούσε και τους φύλαγε από τα μεταβατικά αποσπάσματα που είχαν σκοπό την εξόντωση τους.
Το έργο του Γιώργου Πύργαρη
Ο Γιώργος Πύργαρης γεννήθηκε το 1965 στην Καλλιθέα Θηβών. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από νωρίς στράφηκε στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τη «μαθητεία» και τον «Χαιρετισμό» καθώς και το μυθιστόρημα «Το δέντρο της αόρατης πόλης». Το 2007 άρχισε τις ιστορικές έρευνες για την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821 και το 2010 εκδίδει τον πρώτο καρπό των ιστορικών του ερευνών, το βιβλίο «Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης - Το άγνωστο ολοκαύτωμα».
Τo έργο «Στρατηγού Ευστρατίου Πίσσα - Απομνημονεύματα 1821», το οποίο εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Historical Quest» τον Φεβρουάριο του 2017, είναι η δεύτερη ιστορική έρευνά του. Η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Τα Διηγήματα της Πλατείας» εκδόθηκε επίσης από τον εκδοτικό οίκο «Historical Quest» τον Ιούλιο του 2017. Μ' αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Έναρξη του Αγώνα για την Ελευθερία του Ελληνικού Έθνους (Μάρτιος 1821) κυκλοφόρησαν από τον εκδοτικό οίκο «Historical Quest» τα βιβλία του «Τα Παραλειπόμενα του 1821 - Τόμος Α΄» και "Οδυσσέα Ανδρούτσου - Επιστολογρ
- Εμφανίσεις: 818

Γεννήθηκε στη Σπερχειάδα το 1921 Κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ απο νωρίς και τον επέλεξε ο Άρης Βελουχιώτης για την ομάδα των Μαυροσκούφηδων και ήταν ο μόνος μαζί με τον Ξάνθο που δεν είχαν γενειάδα.
Ακολούθησε τον Άρη σε όλη τη διαδρομή του μέχρι το τέλος στη Μεσούντα
Ήταν αυτόπτης μάρτυρας του τραγικού τέλους του Άρη .
Μαζί με τον Βαγγέλη Γκονέζο κρύφτηκαν σε μια σπηλιά πολύ κοντά στο σημείο που αυτοκτόνησε ο Άρης και τον ακολούθησε μετά ο Τζαβέλας .
Είδε την διαπόμπευση των σωμάτων τους απο την ομάδα του Βόιδαρου Έμειναν δυο μέρες εκεί κρυμμένοι και μετά αποφάσισαν να φύγουν και να προσπαθήσουν να πιάσουν επαφή με κάποιον άνθρωπο εμπιστοσύνης .
Ο Γκονέζος στην έκθεση που κατέθεσε στο κόμμα για να γεγονότα γραφεί ΄΄ Ο Λέων ύστερα από τον τραυματισμό του και τις αυτοκτονίες Άρη και Τζαβέλλα έπαθε ψυχικό κλονισμό. Σε κάθε κίνηση έπρεπε να τον βοηθάω. Χρειάστηκε να περάσουν δυο μέρες για να συνέλθει κάπως.΄΄
Σε κάποιο σημείο χωριστήκαν Ο Λέων έφυγε για το Βαθύρεμα γιατί εκεί είχε έναν παπά γνωστό και ο Γκονέζος έφυγε για τα Τζουμέρκα.
Ο Νικολόπουλος συνελήφθη - κατά άλλους παραδόθηκε - στον Κυβερνητικό στρατό.
Πέρασε στρατοδικείο στο Βόλο στις 28 Σεπτεμβρίου του 1949 μαζί με άλλους 23 συλληφθέντες από την ομάδα του Βελουχιώτη.
Στο σχετικό ρεπορτάζ εποχής δεν αναφέρεται αν καταδικάστηκε .

Αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στη Σπερχειάδα .Οι τοπικές αρχές εκείνης της εποχής τον έστελναν να
βγάζει πύρρειους λογούς στα χωριά της περιοχής κατά του Κομμουνισμού ζώντας τους προσωπικούς του
εφιάλτες μετά από όλα αυτά που είδε και έζησε.
Κατ’ εμέ μια λογική κατάληξη για έναν άνθρωπο που έδωσε τα πάντα για αυτό που πίστευε και είδε το ίδιο
του το κόμμα να κατηγορεί τον Βελουχιώτη με τις απαξιωτικές λέξεις ΄΄Μιζέριας΄΄ ΄΄Δηλωσίας'' και κατ’ επέκταση
και όλους αυτους που ακολουθήσαν τον Βελουχιώτη μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Έζησε μια ήσυχη ζωή χωρίς να συζητάει με κανέναν για τα γεγονότα της εποχής παρ΄ ότι τον πλησίασαν
πολλοί ερευνητές όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός απο τα γεγονότα.
Κάπου διάβασα ότι το 1980 έδωσε μια συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία .Δεν κατάφερα ακόμα να βρω αυτό
το φύλλο θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον τι είπε εκεί.
Βρήκα μια φωτογραφία του μαζί με έναν αξιωματικό της Χωροφυλακής σε μεγαλύτερη ηλικία τραβηγμένη
στη Σπερχειάδα
Πέθανε το 1982 στη Σπερχειάδα.
Κείμενο Σπύρος Β.Παπακώστας