Ιστορικά & Λαογραφικά
- Εμφανίσεις: 2093

ΕΙΣΗΓΗΤHΣ Σμυρναίος Αντώνιος Λέκτορας Νεοελ. Ιστορίας & Διδακτικής της Ιστορίας Παν. Θεσσαλίας
ΘΕΜΑ
Μετακινήσεις Ηπειρωτών στη μετεπαναστατική Φθιώτιδα: Ένα περιηγητικό κείμενο του Μετσοβίτη Αναστασίου Ι. Καραμίχου(1834)
Η εισήγηση αυτή θα επιχειρήσει να ανιχνεύσει στοιχεία σχετικά με τη μετανάστευση ελληνόφωνων/βλαχόφωνων Ηπειρωτών από την περιοχή του Μετσόβου στη Φθιώτιδα μετά τη λήξη της Ελληνικής Επανάστασης. Οδηγός σε αυτήν την προσπάθεια θα είναι ένα σημαντικό τεκμήριο ιστορικής γεωγραφίας της περιοχής με τίτλο: «Απόσπασμα εκ της κατά την ανατολικήν και δυτικήν Ελλάδα περιηγήσεως του Κυρίου ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΑΜΙΧΟΥ του εκ Μηλέας Μετσόβου, διαλαμβάνων την περιγραφήν της Μεδινίτσης. Εν Ναυπλίω, εκ της τυπο γραφίας Θ. Κονταξή και Ν. Λουλάκη, 1834». Ο Καραμίχου περιηγήθηκε την ευρύτερη περιοχή της Μενδενίτσας τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1833, αναζητώντας, μέσα στα όρια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, μια κατάλληλη τοποθεσία για να μετοικίσουν οι ακόμη υπόδουλοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συμπατριώτες του. Περπάτησε βήμα – βήμα τον Καλλίδρομο και, μέσα σε αυτήν την εξαιρετική, δεκαεξασέλιδη περι γραφή του, μνημονεύει λεπτομερώς τα τοπωνύμια, την πανίδα και τη χλωρίδα, τα στοιχεία του υδροφόρου ορίζοντα αλλά και του χαρακτήρα των κατοίκων, τις αποστάσεις από τις κυριότερες πόλεις και τα χωριά, καθώς και όσες πληροφορίες έκρινε απαραίτητες, έτσι ώστε να κριθεί με επάρκεια η καταλληλότητα της πρότασής του. Προβαίνει μάλιστα και σε τολμηρές εισηγήσεις για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής στη μισο ερειπωμένη τότε Μενδενίτσα, όπως επίσης και για τη γενικότερη ανά πλαση της περιοχής.
Το τεκμήριο αυτό θα σχολιαστεί παράλληλα με άλλες πηγές της ίδιας περιόδου, όπως λ.χ. το περιηγητικό κείμενο του Γάλλου σαινσιμονιστή G. Eihthal, έτσι ώστε να ανιχνευθούν τα αποτελέσματα της αποστολής του Καραμίχου στη μετεπαναστατική Φθιώτιδα.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Το φαινόμενο της μετοικεσίας Ελλήνων από τις τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές προς το νεοελληνικό κρατίδιο κατά τη διάρκεια, αλλά και αμέσως μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου, έχει απασχολή σει αρκετούς μελετητές εκείνης της εξαιρετικά ρευστής επαναστατικής και μετεπαναστατικής πραγματικότητας. Πρόσφυγες, που πάσχιζαν να διαφύγουν από τα δεινά της μακρόχρονης εκείνης σύρραξης, συνέρρεαν κατά χιλιάδες στις επαναστατημένες περιοχές, ζητώντας από τις ελληνι κές αρχές προστασία, κατάλυμα και τροφή. Όταν μάλιστα έληξε η Επα νάσταση και έγινε επιτέλους εφικτή η ανεξαρτησία της ελληνικής πολι τείας, οι περισσότεροι από αυτούς τους πρόσφυγες παρέμειναν στις απε λευθερωμένες περιοχές, προσπαθώντας να ενταχθούν με όποιο τρόπο μπορούσαν και τους επέτρεπαν οι συνθήκες στις νέες κρατικές δομές. Επιπλέον όμως ο Ι. Καποδίστριας αλλά και οι μετέπειτα βαυαρικές αρχές ευνοούσαν την προσέλκυση και άλλων Ελλήνων από τις ακόμη υπόδου λες περιοχές, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί η τεράστια δημογραφική αιμορραγία των χρόνων της Επανάστασης και να αναστηλωθεί η πλήρως κατεστραμμένη οικονομία της χώρας1. Η αναπόφευκτη μυθοποίηση της απελευθερωμένης πλέον Ελλάδας, αλλά και οι δυσμενείς συνθήκες ζωής στην Τουρκία, ώθησαν λοιπόν πολλούς Έλληνες να μεταναστεύσουν2. Μάλιστα υπήρξαν προτάσεις για την εγκατάσταση στην Ελλάδα ακόμη και Ευρωπαίων αποίκων, οι οποίες όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ3.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 . Ο Τιρς λ.χ. θεωρεί ότι η απελευθερωμένη πλέον Ελλάδα θα μπορούσε να θρέψει «μέχρι 500.000 οικογένειες κολλήγων» και προτείνει συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λάβει η βαυαρική διακυβέρνηση για την προσέλκυση αυτών των προσφύγων. Φρειδερί κου Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, μετ. Α. Σπήλιου, τόμ. Β΄, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 10 κ. εξ.
2 . Οι πρόσφυγες αυτοί είχαν ήδη πλημμυρίσει την εξεγερμένη Ελλάδα πιεζόμενοι από τους Τούρκους, ενώ οι φροντίδες γι’αυτούς από τις επαναστατικές κυβερνήσεις, εξαιτίας «της ανωμάλου εν Ελλάδι εσωτερικής καταστάσεως ως και των αντιδράσεων των εγχω ρίων πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων», ήταν «εν γένει ασύντακτοι και ασυστη ματοποίητοι» μέχρι τον ερχομό του Καποδίστρια. Αλλά και οι ενέργειες του πρώτου αυτού Κυβερνήτη του κράτους προσέκρουσαν στην έλλειψη χρημάτων, αλλά και στην αντίδραση και πάλι των ντόπιων κάτω από την καθοδήγηση της αγροτικής ολιγαρχίας τους. Βλ. Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Πρόσφυγες και Προσφυγικό Ζήτημα κατά την Επανάσταση του 1821, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 103, 109, 107 – 132.
3 . Βλ. Γεωργίου Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετ. Αλίκης Γεωρ γούλη, τόμ. Β΄, εκδ. Α/φών Τολίδη, Αθήνα 1973, σ. 284. Επίσης, G. Eihthal, Οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα μετά το 1821, μετ. Δημ. Βικέλα, 3η έκδοση, εκδ. Μπάυρον, Αθήνα, χ.χ., σ.σ. 41 – 44, αλλά και Α. Βακαλόπουλου, ό.π., σ.σ. 116 – 118. Στο θέμα του εποικισμού θα αναφερθεί και ο G. Maurer, επιρρίπτοντας μάλιστα ευθύνες στον Armansperg για τη μη ολοκλήρωσή του. Βλ. Γκεόργκ Λούντβιχ Μάουρερ, Ο Ελληνι κός Λαός, μετ. Όλγας Ρομπάκη, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1976, σ. 482 – 484. Ακόμη, μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας εκπροτεσταντισμού της Ελλάδας, την οποία είχαν αναλάβει αγγλικές και αμερικανικές ιεραποστολικές εταιρείες την ίδια εκείνη εποχή, ο Άγγλος ιεραπόστολος της London Missionary Society S.S. Wilson είχε προτείνει την εγκα -
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Η μετοικεσία των Ηπειρωτών στη ακριτική τότε Φθιώτιδα αποτελεί λοιπόν μέρος εκείνου του εγχειρήματος, το οποίο όμως δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Παρόλ’ αυτά κάποιες μελέτες παρέχουν ήδη ενδείξεις ότι η πλειοψηφία των ομογενών που εγκαταστάθηκαν εκείνη την περίοδο λ.χ. στη Λαμία κατάγονταν από την Ήπειρο4. Έτσι, η ανακάλυψη ενός έντυ που οδοιπορικού, το οποίο στα 1834 προπαγάνδιζε την περιοχή της ιστο ρικής και πολυώνυμης Μενδενίτσας για μετοίκηση των Ηπειρωτών, θεω ρούμε ότι μπορεί να συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση του φαινο μένου. Αναζητώντας λοιπόν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη αγγλόφωνα περιηγητικά κείμενα της μετεπαναστατικής περιόδου ανακαλύψαμε αίφ νης το μοναδικό κείμενο ενός ελληνόφωνου/βλαχόφωνου Ηπειρώτη, του Αναστασίου Ι. Καραμίχου, «εκ Μηλέας Μετσόβου», ο οποίος περιηγήθη κε την περιοχή αυτή του Καλλιδρόμου «εκ προτροπής των Ηπειρωτών» τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1833. Το επόμενο έτος δημοσιεύει στο Ναύπλιο «το παρόν Απόσπασμα της Μεδινίτσης, εγκριθείσης εις συνοί κησιν Πόλεως Ηπειρωτικής χάριν των λοιπών Ηπειρωτών και εκείνων, όσοι επιθυμούν να μεθέξωσιν εις την συνοίκησιν ταύτην», όπως γράφει
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
τάσταση στην Ελλάδα μιας «ιεραποστολικής αποικίας», «από ευσεβείς καλλιεργητές της γης… και λίγους τεχνίτες», μαζί με τις οικογένειές τους, προβλέποντας ότι με τον τρόπο αυτό σε λίγα χρόνια θα είχαν δημιουργηθεί τα θεμέλια για μια προτεσταντική Ελλάδα. Βλ. S.S. Wilson, A Narrativ e of The Greek Mission; or Six teen Years in Malta and Greece, London 1839, σσ. 584-596. Τέλος, στα 1842, ο Βαυαρός πρόξενος στην Αθήνα F. Strong, συνι στώντας κι αυτός θερμά τον αποικισμό της Ελλάδας από Ευρωπαίους, θα υπολογίσει ότι η Ελλάδα των 800.000 περίπου κατοίκων, απασχολώντας τότε περίπου 100.000 καλλιερ γητές, θα μπορούσε να θρέψει ως πέντε εκατομμύρια εποίκους. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να προτείνει τολμηρά την …ανακοπή της μετανάστευσης των Βορειο-ευρωπαίων στην Αμερική αλλά και στην Αυστραλία, εφόσον το κλίμα στην Ελλάδα είναι καλύτερο, η εκχέρσωση των εδαφών ευχερέστερη και οι τελωνειακές διευκολύνσεις της ελληνικής κυβέρνησης ελκυστικές, προσθέτοντας επίσης την ανοχή των θρησκευτικών πεποιθήσεων που υπάρχει στη χώρα. Βλ. Frederick Strong, Greece as a Kingdom; or, A statistical descrip tion of that country, from the arrival of King Otto in 1833 down to the present time, London 1842, σσ. 164 – 166.
4 . Βλ. Δημ. Θ. Νάτσιου, “Ανέκδοτο Χειρόγραφο Κώδικα της Λαμίας περί Ελληνικής Ιθαγένειας (1850 – 1859)”, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. 30ός (2009), σσ. 77 – 95 και Βαρβά ρα Δημ. Νάτσιου, “Εγκατάσταση Ομογενών στην Φθιώτιδα”, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. 30ός (2009), σσ. 59 – 75. Μια άλλη μαρτυρία θα μπορούσε να προέλθει από τον Κατάλο γο των μαθητών του Ελληνικού Β. Σχολείου Λαμίας του έτους 1835, στον οποίο διαπι στώνουμε ότι ο αριθμός των μαθητών που κατάγονταν από την Ήπειρο (11) συναγωνίζε ται τον αριθμό των μαθητών που κατάγονταν από την ίδια τη Φθιώτιδα (14). Αντίθετα, το 1839, σε σύνολο 79 μαθητών, μόλις 5 φαίνονται να κατάγονται από την Ήπειρο, μια αριθμητική πτώση που αναζητά την εξήγησή της. Βλ. Κώστα Ι. Ζήση, ‘Συμβολή στην Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης: Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδος). Τα σχολεία της Φθιώτιδας’, Πρακτικά 1ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας, Λαμία 3 – 4 Νοεμβρίου 2001, σσ. 154 – 172.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
στον πρόλογο του οδοιπορικού του5. Σε αυτή τη σπάνια, μόλις δεκαεξα σέλιδη, περιγραφή του Καραμίχου, με πρόσχημα μια εξαιρετική τοπο γραφία, φαίνεται να εκδιπλώνεται η αγωνία αλλά και η προσδοκία του μετεπαναστατικού Ελληνισμού για μια αμετάκλητη στροφή στην ιστορι κή του πορεία. Μέσα στην αβεβαιότητα των χρόνων της Βαυαροκρατίας, που διαδέχθηκαν εκείνην την εκπληκτικά αιματηρή διύλιση του Γένους που συντελέστηκε με την Επανάσταση, έρχεται ένας αγωνιστής Ηπειρώ της να προτείνει στους συμπατριώτες του έναν πραγματικά φυσικό παρά δεισο για να μετοικίσουν από την τουρκοκρατούμενη, αλλά σε πλήρη επαναστατικό αναβρασμό, Ηπειρωτική γη.
Για το πρόσωπο του Μηλεώτη Αναστάσιου Ι. Καραμίχου μένει ακόμη να μάθουμε πολλά. Από τα στοιχεία όμως που μέχρι σήμερα συγκεντρώ σαμε μαρτυρείται ότι είχε λάβει κάποια ακαδημαϊκή μόρφωση και πριν την Επανάσταση ζούσε στη Βιέννη με την οικογένειά του. Το 1820, ευρι σκόμενος στην Κωνσταντινούπολη, κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τα αδέλφια του Γεώργιο (ή Στέργιο) και Μιχαήλ Ισαυρίδη6. Τον Αύγουστο του 1821 βρισκόταν στα Ζαγοροχώρια, όπου μαζί με το Γιαν νιώτη λόγιο και παιδαγωγό Αθ. Ψαλίδα (1767 – 1829), το γιατρό και ποι ητή Ιωάννη Βηλαρά (1771 – 1823), καθώς και τον συναγωνιστή του Ρήγα Χριστ. Περραιβό (1774 – 1863), προσπαθούσαν να οργανώσουν επανα στατικούς πυρήνες στην Ήπειρο. Στις 24 Ιουνίου 1822, ευρισκόμενος αυτή τη φορά στο Άργος, φέρεται ως συγγραφέας ενός Υπομνήματος προς το Βουλευτικό, καταστρώνοντας τα σχέδια μιας πανηπειρωτικής
5 . Απόσπασμα εκ της κατά την Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα περιηγήσεως του κυρίου Αναστασίου Ιωάννου Καραμίχου του εκ Μηλέας Μετσόβου, διαλαμβάνων την περιγραφήν της Μεδινίτσης, Εν Ναυπλίω, εκ της τυπογραφίας Θ. Κονταξή και Ν. Λου κάκη, 1834.
6 . Kωνσταντίνου Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού: Ήπειρος, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 212. Ο Αναστάσιος, «παθών πολλά και πράξας υπέρ του έθνους», κατοικούσε στη Βιέννη με τον πατέρα του Ιωάννη και τον αδελφό του Ζήνω να Ισαυρίδη, ενώ δυο άλλοι αδελφοί του, ο Μιχαήλ Ισαυρίδης («εν ιατροίς άριστος») και ο Στέργιος ήταν εγκατεστημένοι στη Μόσχα, «συνεργήσαντες πολλά κατ’ αυτούς υπέρ του έθνους και μακράν όντες». Ο Ζήνων είχε σπουδάσει μάλιστα στην ονομαστή Σχολή των Μηλεών του Πηλίου. Τα δυο αδέλφια αμέσως μετά την έναρξη της Επανάστασης κατέβη καν στην Ελλάδα και έλαβαν μέρος (ο Ζήνων μάλιστα ως χιλίαρχος) στις μάχες του Βαλ τετσίου, της Τρίπολης, του Πέτα, των Σαλώνων, του Μεσολογγίου, και, τέλος, στη μάχη του Φαλήρου, όπου ο Ζήνων «έπεσεν ηρωϊκώς ολίγας ώρας μετά τον θανάσιμον τραυμα τισμόν του στρατάρχου της Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη» (24 Απριλίου 1827). Στο Ζήνωνα αφιέρωσε μάλιστα ένα μεγάλο ποίημα ο Ν. Κυριακίδης, με τίτλο Ποιημάτιον Χίος Τραγωδός, ποιηθέν παρά Ν. Κυριακίδου, εις την νυν των Ελλήνων διάλεκτον. Εν Ναυ πλίας 1831, εκ της Τυπογραφίας Εμμ. Αντωνιάδου, από το οποίο συλλέξαμε και αυτές τις πληροφορίες για την οικογένεια του Καραμίχου. Ό.π., σσ. στ΄- θ΄. Βλ. επίσης, Μιχάλη Δ. Μαγειρία, Αμέρου: Ένας αιώνας κοινωνικής και κοινοτικής ζωής – Φωτογραφικό οδοιπο ρικό, εκδ. Εγνατία Ηπείρου, Ιωάννινα 2009, σσ. 14 – 18. (Από τη θέση αυτή ευχαριστού με πολύ τον κ. Μιχ. Μαγειρία για τις πληροφορίες που μας παρείχε).
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
και πανθεσσαλικής εξέγερσης7. Μετά τη συντριβή Ελλήνων και φιλελλή νων στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822) και την ουσιαστική κατάρρευση του ηπει ρωτικού μετώπου, ο Καραμίχου μαζί με τον Ψαλίδα απευθύνουν εκ νέου ένα εμπεριστατωμένο Υπόμνημα στον Αλέξ. Μαυροκορδάτο (12 Φεβρ. 1823) από την Κέρκυρα, προβάλλοντας ένα λεπτομερές σχέδιο για τη δια τήρηση της επαναστατικής φλόγας και τη γενική εξέγερση της δυτικής πλευράς της Ηπείρου, με τη συμμετοχή των Σουλιωτών, των Αλβανών αλλά και των αγάδων της Τσαμουριάς. Το Υπόμνημα όμως αυτό έμεινε αναξιοποίητο, εξαιτίας του φόβου του Μαυροκορδάτου για τους κινδύ νους ενός τέτοιου εκτεταμένου εγχειρήματος σε μια εξαιρετικά κρίσιμη για την Επανάσταση περίοδο8. Τέλος, μαρτυρείται ότι ο Καραμίχου χρη μάτισε έπαρχος της επαρχίας Μενδενίτσης και Αταλάντης στα 18239, έπαρχος του Βενετικού, κοντά στο Μεσολόγγι, στα 182510, ενώ έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές συγκρούσεις με τους Τούρκους, μαζί με τον αδελφό του Ζήνωνα, ο οποίος τελικά σκοτώθηκε στη μάχη του Φαλήρου, δίπλα στον Καραϊσκάκη, στα 1827.
Είναι γεγονός ότι ο Καραμίχου, σε αυτό το τεκμήριο ιστορικής γεω γραφίας της περιοχής, δεν αναφέρει καθόλου τους λόγους για τους οποί ους συνιστά τη μετοίκηση των Ηπειρωτών στη Μενδενίτσα. Γνωρίζουμε όμως από άλλες πηγές την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ήπειρος στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εξαιτίας των συνεχών αλβανικών εξεγέρσεων εναντίον των Τούρκων, αλλά και των αντιποίνων που επέβαλλαν οι τουρκικές αρχές σε όλους ανεξαιρέτως, Έλληνες και Αλβανούς, όταν υπέτασσαν τις επαναστατημένες περιοχές. Η Ήπειρος, και ειδικά η Χώρα Μετσόβου με τα ελληνόφωνα/βλαχόφωνα χωριά της, απολάμβανε πάντοτε ιδιαίτερων προνομίων, λόγω του γεγονότος ότι αποτελούσε πέρασμα από τις παραθαλάσσιες περιοχές του Ιονίου Πελά-
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
7 . «Δεκαοκτώ ήδη μήνας διατρίψας εις την Ήπειρον και Θεσσαλίαν, επροδιάθεσα τα πνεύματα των κατοίκων και έβαλα συστηματικώς τας βάσεις μιας γενικής επαναστάσεως κατά των τυράννων, ευθύς όταν ήθελε δοθή η καλή περίστασις». Βλ. Αρχεία της Ελληνι κής Παλιγγενεσίας, μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, Εν Αθήναις 1857, τόμ Α΄, σσ. 228 – 229. Επίσης βλ. τη μνεία αυτού του Υπομνήματος στην επιστολή του Αθ. Ψαλί δα προς το Μαυροκορδάτο στις 10 Ιουλίου 1822, από την Κέρκυρα, στην οποία φαίνεται ότι το είχε γράψει ο Ψαλίδας και το έστειλε στο Μαυροκορδάτο «με το μέσον του φιλογε νούς Λασπά και Καραμίχα». Βλ. Ακαδημία Αθηνών, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Ε΄, τεύχος Ι, Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Εν Αθήναις 1963, έγγρ. 205 (ΣΔΚ, Φ. 18, αρ. 1108), σσ. 269 – 272.
8 . Κ. Βακαλόπουλου, ό.π., σσ. 231-241.
9 . Μαγειρίας, ό.π., σ. 18.
1 0 . Βλ. τη δισέλιδη επιστολή από τη Βρόστιανη του Αναστασίου Ιω. Καραμίχου, επάρχου Βενετικού, στον Ι. Κωλέττη που βρισκόταν τότε στο Ναύπλιο (25 Σεπτ. 1825), στην οποία ζητά τρόφιμα για τους στρατιώτες της επαρχίας του, καθώς και χρήματα για να εξοφλήσει ένα χρέος του. Βλ. Ακαδημία Αθηνών, Αρχειακή Συλλογή ΚΕΙΝΕ, Αρχείο Κωλέττη, Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη (Τμήμα Ιδρύματος Τοσίτσα), 015~ 0428.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
γους προς τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, όπως φαίνεται και από τα κείμενα του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λίβυου. Η στρατηγική αυτή θέση του Μετσόβου διατηρήθηκε και κατά τη βυζα ντινή περίοδο, όπως επίσης και στην Τουρκοκρατία, όπου η περιοχή απο λάμβανε ειδικών σουλτανικών προνομίων για να διατηρηθεί ανοιχτή η δίοδος των οθωμανικών στρατευμάτων προς τη Μακεδονία μέσω των περασμάτων του Ζυγού. Τα προνόμια αυτά, αλλά κυρίως το πυκνό δίκτυο των εμπορικών συναλλαγών των κατοίκων της περιοχής με τη Γερμανία, την Ουγγαρία και τη Ρωσία, είχε ως αποτέλεσμα την τεράστια συσσώρευση πλούτου στις ελληνοβλαχικές αυτές κοινότητες. Είναι γνω στό ότι οι Μετσοβίτες έμποροι διέθεταν ένα πλούσιο δίκτυο εμπορικών οίκων από τη Μασσαλία ως τη Μόσχα και από την Κωσταντινούπολη ως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου11.
Η ανθηρή αυτή περίοδος άρχισε όμως να υποχωρεί στην εποχή του Αλή Πασά (1788 – 1822), εξαιτίας της βαριάς φορολογίας και της βιαιό τητας με την οποία ασκούσε την εξουσία του ο Τουρκαλβανός εκείνος ηγέτης. Αλλά και μετά το θάνατό του, στη διάρκεια της Ελληνικής Επα νάστασης, ολόκληρη η περιοχή ταραζόταν από σφαγές και λεηλασίες, ώστε πολλοί κάτοικοί της αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν. Μετά την Επανάσταση, παρά τις προσπάθειες του Καποδίστρια αλλά και τα αγω νιώδη αιτήματα των ίδιων των κατοίκων, η Ήπειρος δεν κατέστη δυνα τόν να ενσωματωθεί στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, εξαιτίας της αντί δρασης των Άγγλων12. Αντίθετα, έμελλε να εισέλθει σε μια νέα περίοδο επαναστατικού αναβρασμού, εξαιτίας της ανεξέλεγκτης σχεδόν δράσης των αλβανικών ανταρτικών συμμοριών εναντίον Τούρκων και Ελλήνων, της βιαιοπραγίας των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά και της συμπερι φοράς ελληνικών ληστρικών σωμάτων που επίσης λυμαίνονταν την περιοχή13. Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική μετοί κηση πολλών Ελλήνων προς το ελεύθερο ελληνικό κράτος, αλλά και προς τη Μακεδονία και τη Θράκη. Κάποιοι όμως από αυτούς επέστρεψαν λίγο αργότερα στην Ήπειρο απογοητευμένοι από την κατάσταση που επικρα τούσε εκεί, ενώ αναγκάστηκαν να φύγουν και πάλι μαζικά για την Ελλά δα τις παραμονές του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 1856), από το φόβο των τουρκικών αντιποίνων14. Την περίοδο λοιπόν που περιηγείται ο Καραμίχου τη Στερεά Ελλάδα, δηλαδή τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1833, η κατάσταση στην Ήπειρο ήταν ακόμη τεταμένη, παρά τις προ σπάθειες του Ρεσίτ πασά να επαναφέρει την τάξη. Φαίνεται έτσι να δικαι ολογείται πλήρως η αποστολή του, εφόσον μάλιστα δυο χρόνια πριν, το
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
11 . Κ. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 394.
1 2 . Ό.π., σ. 429-433.
1 3 . Ό.π., σ. 442-444.
1 4 . Ό.π., σ. 447-448.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1831, μαρτυρείται ότι ελληνικά ληστρικά σώματα αυτή τη φορά είχαν σπείρει την καταστροφή και στην ίδια τη Μηλέα Μετσόβου, με αποτέλε σμα τη μετοικεσία των κατοίκων της15.
Το 1834 ο Καραμίχου τυπώνει στο Ναύπλιο αυτό το «Απόσπασμα» της περιήγησής του, όπως το επιγράφει, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε ακόμη από ποιο βιβλίο έχει αποσπασθεί, έχοντας όμως ήδη εξασφαλίσει από τις ελληνικές αρχές την άδεια συνοικισμού των συμπατριωτών του16. Το φυλλάδιο αυτό αποτελείται από δυο κεφάλαια, το 3ο και το 4ο, με εννέα και πέντε σελίδες αντίστοιχα, σύμφωνα με την αρίθμηση των κεφα λαίων του βιβλίου στο οποίο φαίνεται ότι ανήκε, αν και η σελιδαρίθμηση είναι συνεχής από το 1 ως το 16. Η περιγραφή που κάνει είναι λεπτομερής και οι πληροφορίες που παρέχει στους αναγνώστες του επαρκείς, έτσι ώστε να συγκροτηθεί μια πλήρης εικόνα της ευρύτερης περιοχής. Χαρα κτηριστική μάλιστα είναι η παράθεση ενός υπερβολικού πλήθους τοπω νυμίων, μια ενέργεια που γεμίζει το σημερινό αναγνώστη με απορία για τη χρησιμότητά της, εφόσον αφορά μια περιοχή που θα έπρεπε να είναι μάλλον άγνωστη στην πλειοψηφία των αναγνωστών του Καραμίχου. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι το κάνει για να προξενήσει εντονότερη εντύπωση, μια υπόθεση που ίσως επαληθεύεται και από τη συνεχή προ σαγόρευση του σχεδόν εγκαταλειμμένου τότε χωριού ως «πόλης», ενώ μαρτυρεί ότι σε αυτό ζούσαν τότε δέκα μόνο οικογένειες, σε αντίθεση με την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, κατά την οποία κατοικούσαν ογδόντα οικογένειες Τούρκων και ανάλογος αριθμός Ελλήνων17. Αυτή η
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 5 . Σ. Ι. Πουρναράς, Η Βλαχομηλιά της Πίνδου, Αμέρου, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Μηλιάς, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 59 – 60.
1 6 . Βλ. Θ. Δηλιγιάννης – Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τ. Ε΄, Εν Αθήναις 1861, σ. 328, σημείωση. Το αίτημα για τον εποικισμό Ηπει ρωτών στην περιοχή της Μενδενίτσας είχε τεθεί με επιστολή τους στον Όθωνα στις 31 Ιανουαρίου 1834, ενώ η Αντιβασιλεία απάντησε θετικά με Β.Δ. της 19ης – 1ης Μαΐου 1834, στο οποίο τους καλούσε να διαλέξουν την ακριβή τοποθεσία εγκατάστασης, καθώς και να ορίσουν πληρεξούσιους για να συνεννοούνται με τις ελληνικές αρχές. Ο πληρεξού σιος των Ηπειρωτών ήταν ακριβώς ο Αναστάσιος Καραμίχου. Βλ. Κωνσταντίνος Α. Κωσταβασίλης, Εγκαταστάσεις Ηπειρωτών και Θεσσαλών προσφύγων στο ελεύθερο κρά τος 1832 – 1862, διδ. διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστο ρίας – Αρχαιολογίας, Τομέας Ιστορίας Νεωτέρων Χρόνων, Ιωάννινα 2002, σσ. 66 – 68.
1 7 .Τα στοιχεία που έχουμε για τον πληθυσμό της Μενδενίτσας πριν την Επανάσταση είναι τα εξής: Στα 1668, ο μουσουλμάνος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί μαρτυρεί ότι στη Μενδενίτσα υπήρχαν πάνω από 100 σπίτια Τούρκων και 150 σπίτια χριστιανών. Εβλιά Τσελεμπί, Ταξίδι στην Ελλάδα, έρευνα – λογοτεχνική απόδοση Νίκου Χειλαδάκη, εκδ, Εκάτη, σ. 139. Αργότερα (1805), ο William Leake θα αναφέρει ότι στη Μενδενίτσα κατοι κούσαν 115 ελληνικές και 50 τουρκικές οικογένειες, ενώ ο Πουκεβίλ θα σημειώσει χωρίς διάκριση θρησκεύματος τη διαμονή 400 οικογενειών στο χωριό, μαζί με άλλες 10 που έμε ναν στο Μπεζεστένι της Μενδενίτσας. Βλ. Δημ. Π. Αδάμ, Λοκρικά: Περιβοάγρια – Επι κνημίδια, Λαμία 2001, σ. 173, 169. Λίγα χρόνια αργότερα, ο λόγιος Αργύρης Φιλιππίδης, από τις Μηλιές του Πηλίου, στο βιβλίο του Μερική Γεωγραφία που εκδόθηκε το 1815 θα -
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
αναφορά στον πραγματικά λιγοστό πληθυσμό του χωριού είχε όμως μεγάλη σημασία, εφόσον αποτελούσε ένα επιπλέον κίνητρο για τη σχε διαζόμενη μετοικεσία, σε μια περίοδο, που, όπως θα δούμε, οι συγκρού σεις των ντόπιων και των επήλυδων βρίσκονταν σε έξαρση. Μάλιστα, με την ίδια πιθανόν λογική, θα σημειώσει με έμφαση ότι όλη εκείνη η επαρ χία «μόλις περιέχει οικογενείας εκατόν εξήκοντα». Θα περιγράψει στη συνέχεια εκτενώς το κατ’ εξοχήν ιστορικό μνημείο του χωριού, το διάση μο φράγκικο φρούριο, στο οποίο υπήρχε μια μεγάλη άνυδρη δεξαμενή και τρία παλιά σιδερένια κανόνια. Θα αναφερθεί κατόπιν στο χείμαρρο του Αραπορέματος, καθώς και στη Βραχοράχη που άρχιζε από το φρού ριο και συνεχιζόταν και πέρα από τον περίφημο τούρκικο Τεκέ, ο οποίος βρισκόταν στην άκρη τότε του χωριού, κοντά στο δρόμο που οδηγεί σήμερα προς το χωριό Άγ. Χαράλαμπος ή Λιαπάτα18. Θα επισημάνει επί σης τη θέση του «δημόσιου δρόμου», ο οποίος συνέδεε τις Θερμοπύλες με τη «Φοντάνα», μια πηγή με άφθονο νερό που κινούσε μάλιστα και μύλο. Το νερό αυτό ανάβρυζε από τη θέση «Καλόγηρος», ενώ σε απόσταση ενός τετάρτου από αυτήν βρισκόταν το χωριό «Καραβύδα», τα σημερινά Καραβίδια, στο οποίο συναντιόταν ο δημόσιος δρόμος με τον δρόμο που συνέδεε το Μόλο με τη Μενδενίτσα.
Στην αναφορά του Καραμίχου σημαντική θέση κατείχε, όπως ήταν φυσικό, ο υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής. Μαρτυρεί ότι η Μενδενί τσα δεν είχε τότε καθόλου νερό, γιατί η βρύση της πόλης είχε ξεραθεί και οι σωλήνες που το μετέφεραν είχαν καταστραφεί, ίσως λόγω των πρό
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
μαρτυρήσει ότι το χωριό είχε πάνω από 200 σπίτια Οθωμανών και έξω από αυτό υπήρχαν περίπου 15 σπίτια χριστιανών που δούλευαν τη γη. Βλ. Χρήστου Χειμώνα, “Η Φθιώτιδα κατά τα τέλη του ΙΗ΄ αιώνα”, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. Β΄(1981), σ. 175 και Θ. Σπερά ντσα, Τα περισωθέντα έργα του Αργύρη Φιλιππίδη. Μερική Γεωγραφία - Βιβλίον Ηθικόν, πρόλογος-επιμέλεια Φιλ. Βιτάλης, Αθήνα 1978. Επίσης ο Μωραΐτης υπολογίζει σε 40 τις οικογένειες των χριστιανών και σε 70 των Τούρκων που κατοικούσαν στο χωριό πριν την Επανάσταση, συνολικά 600 άτομα. Βλ. Γ. Μωραΐτη, Το κάστρο των Θερμοπυλών – Βοδονίτσα, εκδ. Αντιπαράλληλα, 2η έκδοση, χ.τ., 1980, σ. 103. Τέλος, από τα αρχεία των αγωνιστών της Επανάστασης συνάγεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν 60 άνδρες από τη Μενδενίτσα. Βλ. Αδάμ, ό.π., σσ. 343 – 349.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 8 . Ο τεκές αυτός ήταν μοναστήρι δερβίσηδων και καταστράφηκε, ενώ οι τρόφιμοί του θανατώθηκαν, μετά τη λύση της πολιορκίας της Μενδενίτσας από το Δυοβουνιώτη (13 Απριλίου 1821), κατά τραγική παραβίαση της συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ του ηγουμένου και των επαναστατών. Ο Ι. Φιλήμων θα αναφερθεί με δυσαρέσκεια στο γεγονός αυτό (Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τόμ. Γ΄, σελ. 89), επειδή ήταν διάχυτη η φήμη της αγαθότητας και της πλού σιας φιλοξενίας που πρόσφεραν οι δερβίσηδες σε Έλληνες και Τούρκους πριν από την Επανάσταση. Ο Εβλιά Τσελεμπί, που επισκέφθηκε το χωριό το 1668, θα αναφερθεί εκτε νώς σε αυτό το μοναστήρι και στην ευεργετική συμπεριφορά των μοναχών του. Βλ. Τσε λεμπί, ό.π., σ. 141. Αλλά και ο Φιλιππίδης, διασταυρώνοντας τις πληροφορίες του, θα εκθειάσει τη φιλανθρωπία τους και θα ευχηθεί μάλιστα να ακολουθούσαν το παράδειγμά τους ακόμη και οι Ορθόδοξοι μοναχοί της εποχής του. Βλ. Χειμώνα, ό.π. σ. 175.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
σφατων πολεμικών γεγονότων. Οι λίγοι λοιπόν κάτοικοι που ζούσαν τότε στο χωριό κατέφευγαν για να πιουν και να πλυθούν στο πλούσιο και ψυχρό νερό του πηγαδιού που υπήρχε στον Τεκέ. Ο Ηπειρώτης περιηγη τής θα προτείνει μάλιστα τη δαπάνη 15.000 δραχμών, με την οποία θα μπορούσαν να αποκατασταθούν οι βλάβες του δικτύου και το νερό, το οποίο προερχόταν από τη θέση «Μαυροκάτες», στη θέση ενός χωριού που δεν υπήρχε πλέον, θα μπορούσε να υδροδοτήσει και πάλι τη Μενδε νίτσα. Αναφερόμενος κατόπιν στη Σουβάλα, θα σημειώσει ότι εκεί υπήρ χαν δυο πηγές. Η πρώτη ονομαζόταν «Λιανολήθη», πάνω στο δρόμο που πήγαινε για τη Δρακοσπηλιά, ενώ η δεύτερη ακολουθούσε το δρόμο που οδηγούσε στις Μαυροκάτες και τη Μενδενίτσα. Πολλές άλλες μικρότερες πηγές υπήρχαν στη διαδρομή αυτή, οι οποίες όμως «έρρεαν απεριποιήτως σποράδην». Έτσι ο Καραμίχου προτείνει, με μια δαπάνη την οποία μάλι στα υπολογίζει σε 20.000 δραχμές, να συναχθεί όλο αυτό το νερό και να διευθετηθεί αναλόγως για την ύδρευση της περιοχής αλλά και την κίνη ση «διαφόρων Μηχανών», ακολουθώντας μάλιστα το παράδειγμα των «παλαιών Ελλήνων», των οποίων, όπως ισχυρίζεται, οι υδραγωγοί σωλή νες σε αρκετά σημεία φαίνονταν ακόμη.
Η άφθονη αυτή υδρογονία, που φαίνεται να δικαιολογεί και την, για κάποιους μελετητές, σλαβική προέλευση της λέξης Βοδονίτσα, καθιστού σε την περιοχή αληθινό παράδεισο. Ο Καραμίχου ήταν βέβαιος ότι η εγκατάσταση των συμπατριωτών του σ’ αυτήν θα στεφόταν από μεγάλη επιτυχία, εφόσον «αι θέσεις της Μενδενίτσης είναι πολλά επιφανείς και υγιεινόταται. Επειδή η γη της Μενδενίτσης είναι κερτή, εις όποιον μέρος αυτής και αν οικοδομηθεί πόλις, ευκόλως μεταφέρονται εκεί νερά πολ λότατα και ψυχρότατα και θέλουν είσθαι κήποι εξαίρετοι. Είναι ξύλα πάμπολλα, χρήσιμα εις κάθε τι. Δύνανται να φυτευθώσι και άμπελοι και δένδρα διάφορα. Η γη της είναι επιτήδεια εις τους δημητριακούς καρ πούς και εις την κτηνοτροφίαν. Έχει δε κυνήγια πάμπολλα, ως επί το πλείστον δε δορκάδας και ελάφους. Εις μεν τους βάλτους της έχει αγριο χοίρους, νήσσας και χήνας, εις την Λούτσαν Λίμνην ιχθύας και εγχέλεις, εις δε τας κοιλάδας της πολλοτάτας πέρδικας. Έχει και Ιχθυοτροφεία…». Η γειτνίαση επίσης του χωριού με το Μόλο φαίνεται ότι ανέβαζε ακόμη περισσότερο την αξία της περιοχής, γιατί μαρτυρεί ότι η παραλιακή αυτή πόλη βρισκόταν σε θέση «υγιεινοτάτη» και θα μπορούσε, με κάποια επι σκευή του λιμανιού της, τη δαπάνη της οποίας ο
Καραμίχου υπολογίζει σε 25.000 δραχμές, να χρησιμεύσει ως επίνειο της Μενδενίτσας. Διατεινό ταν μάλιστα ότι η πυκνή προσέλευση εμπόρων, «δια τα ηδονικόν και εύκρατον της θέσεως», θα καθιστούσε το Μόλο, όχι μόνο «τον εμπορικό τερον όλου του Κόλπου τόπον», αλλά «την εμπορικοτέραν της Ελλάδος πόλιν».
Αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής ήταν, σύμφωνα με τον Ηπειρώτη
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
περιηγητή, αξιόλογοι. Έτσι, ενώ οι Μολιώτες λ.χ. περιγράφονται ως «υγι ούς όψεως και καλού αναστήματος»19, «άοκνοι και αγχίνοες», αν και «παντελώς στερημένοι κατά δυστυχίαν παιδείας», οι κάτοικοι των ορει νών χωριών, συνεπώς και της Μενδενίτσας, αποδίδονται με πλουσιότε ρους χαρακτηρισμούς: «Οι δε κατοικούντες τα υψηλότερα μέρη έχουσι και νοητικώτερον τι. Είναι και ευπροσήγοροι, και μάλλον πιστοί και φιλόξενοι».
Η απαρίθμηση των πλεονεκτημάτων της περιοχής δε σταματούσε όμως στη χρησιμοθηρική τους μόνο όψη. Ο Μετσοβίτης απεσταλμένος, ατενίζοντας την εξαιρετική θέα από το φρούριο και κατασκοπεύοντας «τα εκπλέοντα από την Σκόπελον και τας λοιπάς Νήσους πλοία», έκρινε αναγκαίο να περιλάβει στην περιγραφή του και τις καθαρά αισθητικές πτυχές της περιοχής, προσφέροντας στους συμπατριώτες του, οι οποίοι, ως ορεσίβιοι, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με την ενατένιση του τοπίου και την ευχαρίστηση που αυτή προσφέρει, έναν ακόμη λόγο για να προ στρέξουν στη συνοίκηση αυτής της «πόλης»:
«Βλέπει (τις) τον εκτεταμένον αυτόν ορίζοντα με μέγαν θαυμασμόν και μεγίστην αγαλλίασιν. Όταν δε χαμηλώση τα όμματά του εις τας κοι λάδας και κοιλαδοπεδιάδας ηδύνεται πάλιν βλέπων την ποικιλότητα και την καλλονήν της φύσεως. Εδώ ο οφθαλμός από την μεγαλοπρεπήν θέαν εκθαμβούμενος, και προτρέχων του νοός δεν του δίδει καιρόν να κρίνη, ούτε εις το μνημονικόν να ενθυμηθή, ούτε εις τον κάλαμον να περιγράψη τα ποικίλα αντικείμενα, τα οποία φαίνονται εις την μαγευτικήν αυτήν σκηνήν».
Στο μελετητή του οδοιπορικού αυτού εντύπωση προκαλεί η εξαντλη τική οριοθέτηση του τοπίου από το συγγραφέα, οριοθέτηση η οποία συμπληρώνεται με την καταγραφή της
πιθανότερης απόστασης μεταξύ των διαφόρων σημείων του. Ο Καραμίχου, όπως και πολλοί από τους ξένους περιηγητές εκείνη την εποχή, θα ασχοληθεί λοιπόν με τις αποστά σεις ανάμεσα στις διάφορες πόλεις της περιοχής, αποστάσεις τις οποίες φαίνεται ότι και ο ίδιος διέτρεξε, δίνοντας με τον τρόπο αυτό μια πληρέ στερη εικόνα για τις οδικές συγκοινωνίες. Αυτή η εικόνα θα ήταν πολύ χρήσιμη για τους συμπατριώτες του, τους συνηθισμένους σε μετακινήσεις λόγω των ποικίλων εμπορικών συναλλαγών στις οποίες επιδίδονταν σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Έτσι, υπολογίζει ότι η Μενδενίτσα απέχει από τις Θερμοπύλες λιγότερο από δυο ώρες, έξι ώρες από τη Λαμία, τεσσερισήμισι από την Αμφίκλεια, δέκα από την Άμφισσα, δεκα
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 9 . Η πλήρης ωραιοποίηση του τόπου από τον Καραμίχο έρχεται σε αντίθεση με άλλες πηγές, όπως αυτή του Φιλιππίδη, ο οποίος 18 χρόνια πριν, στα 1815, θα περιγράψει τους Μολιώτες ως «δουλευταράδες» αλλά «τυραγνισμένους», επιλέγοντας ότι «Τη αλη θεία αυτού δεν βλέπεις ένα άνθρωπον με καλήν όψιν, όλοι κίτρινοι», πιθανώς από την ελο νοσία. Χειμώνα, ό.π., σ. 175.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
τρείς από τη Λειβαδιά, εικοσιμία από τη Θήβα και σχεδόν τριάντα πέντε ώρες από την Αθήνα.
Η 16σέλιδη περιγραφή του Καραμίχου θα ολοκληρωθεί με το επόμενο 4ο κεφάλαιο, σύμφωνα με την αρίθμηση του φυλλαδίου, στο οποίο κάνει αναφορά για το «Παλαιόκαστρο», το οποίο απείχε λιγότερο από μια ώρα από το χωριό «προς το δυτικοαρκτικόν μέρος» και δυο ώρες από τη Δρα κοσπηλιά. Ο τόπος είχε «μνημεία αρχαιότητος πολλά», κυρίως το ερημο μονάστηρο του Αγίου Ιωάννη, αλλά και μια μικρή, βαλτώδη λίμνη, την επονομαζόμενη «Λούτσα», στη θέση «Υψηλόπυργος», όπου οι ντόπιοι θεωρούσαν μάλιστα ότι παλαιότερα υπήρχε εκεί λιμάνι, εφόσον κάποτε είχε βρεθεί ένας χονδρός κρίκος στερεωμένος σε μια μεγάλη πέτρα, σημά δι ότι σε αυτήν έδεναν οι «Αρχαίοι Έλληνες» τους κάβους των καραβιών.
Το φυσιολογικό ερώτημα που εγείρεται στο μελετητή αυτού του φυλ λαδίου είναι βεβαίως η ενδεχόμενη απήχηση που είχε αυτή η έκκληση του Καραμίχου στους συμπατριώτες του. Κατ’ αρχή, πρέπει να σημειώσουμε ότι στην ευρύτερη περιοχή της Φθιώτιδας υπήρχαν εγκαταστάσεις Βλά χων πολύ πριν από την Επανάσταση, ακόμη και πριν την Τουρκοκρατία20, ώστε κάποια από τα χωριά της Υπάτης και της κοιλάδας του Σπερχειού να αποκαλούνται μάλιστα «Βλαχοχώρια»21. Ο Pouqueville (1805) μας βεβαιώνει ότι ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ομάδες Βλάχων, που τους ονομάζει «Βόιους Βλάχους», κατοικούσαν σε τρεις μεγάλες ομάδες στην Υπάτη, στο Καρπενήσι και στην Όθρη, αριθμώντας μάλιστα περίπου 11.000 ψυχές22. Στα 1807 βλαχόφωνοι από τα χωριά γύρω από την Κοσί να εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην περιοχή της Οίτης, εξαι τίας των συγκρούσεων με τον Αλή πασά, και από εκεί σκόρπισαν σε ολό κληρη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα από την Όθρη μέχρι και την Αττι κή, όπου και τους συνάντησε στα 1851 ο διάσημος Γάλλος δημοσιογρά φος Ε. Αμπού23. Τέλος, ανάμεσα στα 1805 και στα 1818, διωγμένοι από τον Αλή πασά, έφτασαν στα Άγραφα, στο Καρπενήσι, στην Υπάτη, στη Λαμία, αλλά και μέχρι την ίδια τη Μενδενίτσα, κάτοικοι του χωριού Ματσούκι των Ιωαννίνων24.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
2 0 . Βλ. λ.χ. τη μνεία του Εβραίου περιηγητή Βενιαμίν εκ Τουδέλας για τους Βλάχους της Φθιώτιδας στα 1159, στο: Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Α΄, Αθήνα 1972, σελ. 223.
2 1 . Βλ. Αχιλλέως Γ. Λαζάρου, “Βενιαμίν ο εκ Τουδέλας και η Φθιωτική Βλαχία”, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Φθιωτικών Ερευνών, Λουτρά Υπάτης (27-29 Απριλίου 1990), σ. 151.
2 2 . F. Pouqueville, Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα, Αττική, Κορινθία, μετ. Νίκη Μολφέτα, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1995, σσ. 349 – 350.
2 3 . Ό.π., σσ. 32 – 33 και Edmont About, Η Ελλάδα του Όθωνα: Η σύγχρονη Ελλάδα, 1854, μετ. Α. Σπήλιου, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα, χ.χ., σσ. 69 – 70, 114.
2 4 . Γ.Δ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄ Ιστορικά, Ματσούκι – Τρίκαλα, 1994, σσ. 44 – 49.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αυτή η πληθωρική παρουσία του βλαχόφωνου στοιχείου στη Φθιώτι δα δε συνδέεται βέβαια με την έκκληση του Καραμίχου, καθώς είναι προ γενέστερη, αλλά είναι παράδοξο ότι δεν αναφέρεται καθόλου από τον Ηπειρώτη απεσταλμένο, ως ένα επιπλέον κίνητρο για το σκοπούμενο εποικισμό. Σε κάθε περίπτωση, το φυλλάδιο του Καραμίχου, σύμφωνα με κάποιες τουλάχιστον μαρτυρίες, δε φαίνεται να συγκίνησε τους συμπα τριώτες του. Έτσι, πολλούς μήνες μετά την έκδοσή του, σε αναφορά του Νομάρχη Φωκίδας και Λοκρίδας (18 Ιανουαρίου 1836) «περί των κατά τον Νομόν ενεργουμένων συνοικισμών» δε γίνεται καθόλου λόγος για την εγκατάσταση των Ηπειρωτών στην ευρύτερη περιοχή της Μενδενί τσας, γεγονός που υποχρεώνει έναν τουλάχιστον μελετητή να ισχυριστεί ότι το εγχείρημα αυτό οδηγήθηκε τελικά σε αποτυχία25. Αντίθετα, από τις αρχές του 1835, στο προσκήνιο έρχεται η διεκδίκηση της ίδιας περιοχής από τους Σαρακατσάνους της Θεσσαλίας26. Μάλιστα, με το Β.Δ. της 13/25 Αυγούστου 1835 εγκρίθηκε ο εποικισμός τους στη Βουδουνίτσα (Μενδε νίτσα) της Φθιώτιδας και «εις την γειτνιάζουσαν συνοικίαν Μαχαλά (Μαβρακάτα)», ενώ με το Β.Δ. της 7/19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου εγκρίθηκε ο εποικισμός τους σε ακατοίκητα χωριά του δήμου Μακρα κώμης «επειδή ο χώρος που τους είχε παραχωρηθεί στη Βουδουνίτσα δεν ήταν επαρκής για την εγκατάστασή τους»27. Επίσης, στην αναφορά του Νομάρχη που σημειώσαμε προηγουμένως (18/1/1836) μαρτυρείται ότι στη Μενδενίτσα είχαν ήδη εγκατασταθεί 28 οικογένειες Σαρακατσάνων με 146 άτομα και στη γειτονική Νευρόπολη 119 οικογένειες με 562 άτομα28.
Παρόλα αυτά, η παρουσία βλαχόφωνων Ηπειρωτών στην ευρύτερη περιοχή της Μενδενίτσας εκείνη την περίοδο δε πρέπει να αποκλειστεί πλήρως, καθώς στα κείμενα Βλάχοι και Σαρακατσάνοι συχνά εμφανίζο νται με το κοινό όνομα «βλαχοποιμένες». Κάποτε μάλιστα παρατηρείται και η σύμμειξή τους, όπως στην παραπάνω αναφορά του Νομάρχη, στην οποία οικογένειες Αρβανιτόβλαχων και Σαρακατσάνων φαίνεται να συμβιώνουν από κοινού, αλλά και να προβληματίζουν την Κυβέρνηση για την απροθυμία τους να εγκατασταθούν μόνιμα στην περιοχή29. Μέσα στα πλαίσια της αβεβαιότητας για την ταυτότητα αυτών των βλαχοποι-
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
2 5 . Κωσταβασίλη, ό.π., σσ. 67 – 68 και 128.
2 6 . Η περιοχή των Θερμοπυλών και της Μενδενίτσας είχε ήδη προταθεί από τον Γερ μανό φιλέλληνα Frédéric Thiersch προς εγκατάσταση των κατοίκων του Ολύμπου «για να θεμελιώσουν μια Θεσσαλούπολη», όπως έγραφε χαρακτηριστικά. Σημείωνε μάλιστα ότι η περιοχή αυτή, μαζί με το Βραχώρι, το οποίο είχε επίσης προτείνει για την εγκατάσταση των Σουλιωτών, ήταν «εντελώς έρημες, αλλά παρέχουν πολύ μεγάλους πόρους ως προς το έδαφος και τη θέση τους». Τιρς, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 258. Βλ. επίσης, Α. Βακαλόπουλου, Πρόσφυγες…, ό.π., σσ. 154 – 155.
2 7 . Κωσταβασίλη, ό.π., σσ. 75 – 76 και 140 – 141.
2 8 . Ό.π., σ. 142. Συνολικά, στο νομό Φθιώτιδας, ως τις 18 Ιανουαρίου 1836, είχαν εγκατασταθεί 440 οικογένειες Σαρακατσάνων με 2.398 άτομα.
2 9 . Ό.π., σσ. 142 – 143.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
μένων πρέπει να ενταχθεί και η σημαντικότερη μαρτυρία για την εγκατά σταση Βλάχων στη Φθιώτιδα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, του Γάλλου σαινσιμονιστή G. Eihthal, ο οποίος περιηγήθηκε την Ανατολική Στερεά Ελλάδα από τον Νοέμβρη του 1834 μέχρι το Γενάρη του 1835. Στόχος του ήταν να εξετάσει αυτοπροσώπως την κατάσταση στη χώρα και να αποφασίσει κατά πόσο ήταν εφικτό το πρόγραμμα οικονομικής δράσης, που είχε καταστρώσει το «Γραφείο Πολιτικής Οικονομίας» μετά από πρόταση του ίδιου του Κωλέττη. Η προσδοκία των σαινσιμονιστών αυτού του Γραφείου ήταν «ο εποικισμός της Ελλάδας με ξένους κεφα λαιούχους, στους οποίους θα παραχωρούνταν κτήματα από τις εθνικές γαίες» και, στη συνέχεια, η δημιουργία πρότυπων αγροκτημάτων, στα οποία οι Ευρωπαίοι άποικοι με την ανώτερη τεχνολογία τους στη γεωρ γία θα βοηθούσαν σταδιακά στη συσσώρευση κεφαλαίου αλλά και στην περαιτέρω βιομηχανική παραγωγή30.
Το σχέδιο βέβαια αποδείχθηκε ανεδαφικό για τις συνθήκες της επο χής. Αλλά η μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή είναι σημαντική γιατί, ενώ διερευνά για την εγκατάσταση Ευρωπαίων αποίκων στην Ελλάδα, πιστο ποιεί, αντίθετα, την παρουσία Βλάχων και Αρβανιτόβλαχων σε εκείνη την περιοχή της Φθιώτιδας. Έτσι, ο Eihthal στην εγγραφή του ημερολογί ου του με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1834 αναφέρει: «Μώλος. Εξελέχθη υπό των Ηπειρωτών (προς συνοικισμόν)». Στη συνέχεια όμως, στην εγγραφή της 11ης Δεκεμβρίου, θα βεβαιώσει τα εξής: «Οι Βλάχοι διατρέ φουν τους ληστάς εις τα όρη προς προφύλαξιν των ποιμνίων των. – Οι αρχιποιμένες των έχουν το προνόμιον να μην πληρώνουν τίποτε δια τα ποίμνιά των, τούτο δε είναι αιτία παραπόνων εκ μέρους των κατοίκων. Ο αριθμός των συμποσούται, εν συνόλω, εις δύο ή τρεις χιλιάδας οικογε νειών, έχουν δε διακοσίας έως τριακοσίας χιλιάδας πρόβατα. Αι περί συνοικισμού προτάσεις των δεν είναι σπουδαίαι. Δι’αυτών εξαγοράζουν μόνον τον καιρόν. Οι Αρβανιτόβλαχοι (οι και καλλίτεροι εξ αυτών) εζή τησαν να εγκατασταθούν εις Βαρδάρι, πλησίον της Βουδουνίτσας, ήρχι σαν δε και την οικοδομήν εκκλησίας εκεί, αλλά την διέκοψαν άμα λαβό ντες την ζητηθείσαν άδειαν συνοικισμού. Αδύνατον να μεταβάλη τις αυτούς εις γεωργούς, αλλ’ ίσως δύνανται να γίνουν βιομήχανοι ή έμπο ροι. Προ τούτου όμως ανάγκη να απομονωθούν χωριζόμενοι».
Η αναφορά αυτή του Eihthal για τους «Βλάχους» και τους «Αρβανι τόβλαχους» δημιουργεί ερωτηματικά, ειδικά όταν σε αυτήν ένας μελετη τής «διαβάζει» την προσηγορία «Βλάχοι» αποκλειστικά ως «Σαρακατσά νοι»31, ενώ ο Γάλλος σαινσιμονιστής δεν το ξεκαθαρίζει. Αλλά εκτός από τη μαρτυρία του Eihthal, μια άλλη, μεταγενέστερη, αναφορά υπογραμμί -
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- G. Eihthal, Οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα μετά το 1821, μετ. Δημ. Βικέλα, 3η έκδοση, εκδ. Μπάυρον, Αθήνα, χ.χ., σσ. 10 – 13.
31. Κωσταβασίλης, ό.π., σ. 76.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ζει την παρουσία 50 περίπου οικογενειών Κουτσόβλαχων στην Ανθήλη, κατά το χρονικό διάστημα 1833 – 1848, οι οποίοι δούλευαν στο αγορα σμένο από τους Τούρκους (1833) τσιφλίκι της οικογένειας των Τζαλλαί ων. Οι Τζαλλαίοι ήταν βλαχόφωνοι και κατάγονταν από την Κορυτσά, αλλά διέμεναν στη Βιέννη, και, σύμφωνα με την προφορική παράδοση της περιοχής, ένας από τους λόγους της εργασίας των Κουτσόβλαχων στο τσιφλίκι τους ήταν και η κοινή γλώσσα των ιδιοκτητών και των κολλήγων τους32. Αυτές μάλιστα οι οικογένειες είχαν προηγουμένως προσπαθήσει να δημιουργήσουν ένα μόνιμο οικισμό στην τοποθεσία Βαρδάρι, κοντά στη Μενδενίτσα (και εδώ οι Κουτσόβλαχοι φαίνεται να ταυτίζονται με τους Αρβανιτόβλαχους της προηγούμενης αναφοράς του Eihthal), ενώ διατηρούσαν και ένα θερινό οικισμό στη θέση Λιαθίτσα, κοντά στο μονα στήρι της Δαμάστας. Τέλος, μεμονωμένες ομάδες Κουτσόβλαχων δια σκορπίστηκαν στα χωριά Μενδενίτσα, Μόλος και Έξαρχος. Παρά τη διασπορά αυτών των οικογενειών, φαίνεται πώς άργησαν πολύ να ενσω ματωθούν πλήρως στην τοπική κοινωνία, εξαιτίας της διαφορετικής γλώσσας και των συχνών προστριβών με τους ντόπιους για τις αγροτικές ζημιές. Έτσι, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν επέτρεπαν τις επιμειξίες, ούτε συμμετείχαν σε θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως λ.χ. στο πανηγύρι του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις στις 9 Μαΐου33.
Σε κάθε περίπτωση, ένα στοιχείο που μαρτυρεί ο Eihthal, αλλά εύλογα αποσιωπά ο Ηπειρώτης απεσταλμένος, είναι οι διαμάχες μεταξύ των Βλάχων και των ντόπιων χωρικών: οι δεύτεροι ενοικίαζαν τα χωράφια τους για βοσκή στους πρώτους, σύμφωνα με το έθιμο της Τουρκοκρα τίας, χωρίς να παραχωρούν πλήρως την ιδιοκτησία τους σε αυτούς, γεγο νός που δε μπορούσαν να αποδεχθούν οι Βλάχοι. Από την άλλη μεριά, η φορολογία του γεωργού ήταν μεγαλύτερη από αυτήν του βοσκού και ο πλειστηριασμός της ενοικίασης των βοσκημάτων θα βοηθούσε, σύμφωνα με τον Eihthal, στην άνοδο της φορολογίας για κάθε πρόβατο ή αίγα από 12 σε 50 ή 70 λεπτά. Ως λύση αυτής της διαμάχης ο Eihthal προτείνει να -
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
3 2 . Το συμβόλαιο πώλησης αναφέρει ως αγοραστές τους Χρήστο και Ηλία Ιωάννου Τζάλλε και Παντελή και Κωνσταντίνο Π. Τζάλλε και η τιμή αγοράς ήταν 100.000 γρόσια. Βλ. Κώστα Αθ. Ζησόπουλου, Ντοπολαλιές και Τοπωνύμια Ανθήλης Φθιώτιδας, Λάρισα 1987, σ. 16, 24. Τα τσιφλίκια της Ανθήλης (Εμίρμπεη) ανήκαν στους Τούρκους Τεφίκ Μπέη, Ιζέτ Μπέη και Μουσταφά Μπέη. Με την πώλησή τους στους Έλληνες τα 2/3 αυτών των τσιφλικιών (των Ιζέτ και Μουσταφά μπέηδων) αγοράστηκαν από τον Γ. Μωραΐτη έναντι 97.000 γροσίων, ενώ για το υπόλοιπο 1/3 δεν αναφέρεται αγοραστής. Πιθανόν να πρόκειται για το τσιφλίκι του Τεφίκ Μπέη, το οποίο αγόρασαν οι βλαχόφωνοι Τζαλλαίοι. Βλ. Ιωάννη Ε. Μακρή, ‘Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια (1833 – 1840 μ.Χ. περίπου), σύμφωνα με τα πρακτικά της Μικτής Ελληνοτουρκικής Δικαστικής Επιτροπής’, Πρακτικά 1ου Συνεδρί ου Φθιωτικής Ιστορίας, Λαμία 3 – 4 Νοεμβρίου 2001, σσ. 141 – 153.
3 3 . Ζησόπουλου, ό.π., σ. 24.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
υποχρεωθούν οι Βλάχοι να εγγραφούν σε κάποιο δήμο, παρά τις δια μαρτυρίες τους, εφόσον η παραμονή τους στην Ελλάδα τους δίνει τόσα πολλά πλεονεκτήματα «ώστε δεν υπάρχει φόβος μη επιστρέψουν στην Τουρκία»34.
Σε άλλη περίπτωση, ο Γάλλος περιηγητής θα σημειώσει ότι οι διαμάχες μεταξύ ντόπιων χωρικών – γεωργών και των νομάδων Βλάχων – βοσκών αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν και για το σχεδιαζόμενο ευρω παϊκό αποικισμό: «Οι χωρικοί δεν ανέχονται πλησίον αυτών ξένους, έστω και Έλληνας μη εντοπίους. Μηχανώνται τα πάντα για να τους διώ ξουν»35. Έτσι, προβλέπει ότι οι προσδοκίες των σαινσιμονιστών θα είναι ανέφικτες. Βασικός όμως λόγος είναι και η φυλετική δυσανεξία, όπως φαίνεται τουλάχιστον να ομολογεί ένας εκ των Ελλήνων συνομιλητών του Eihthal: «Οι άποικοι θα εξοντωθούν υπό των εγχωρίων, μη θελόντων να παραδεχθούν ότι η γη επί της οποίας εγεννήθησαν, δύναται να φέρη και άλλους ανθρώπους εκτός αυτών». Άλλος βασικός λόγος είναι επίσης η θρησκευτική δυσανεξία. Οι ντόπιοι δεν μπορούν να δεχθούν «ότι άνθρωποι μη τηρούντες την σαρακοστήν δεν είναι Τούρκοι»36. Έτσι, θα αποφανθεί τελικά ότι «δύσκολος η σύστασις ξένων αποικισμών εν Ελλά δι. Οι Έλληνες δεν αγαπούν τους ξένους. Οι εγχώριοι θ’ αποφεύγουν πάσαν επικοινωνίαν μετά των χωρίων των αποίκων. Μέγα δε πρόσκομμα και η θρησκεία· ο ξένος κρεωφαγεί. Τούτο είναι ως να έλεγον, είναι Ιου δαίος, Μωαμεθανός, άπιστος. Επιγαμίαι δεν θα γίνονται»37.
Ολοκληρώνοντας αυτήν την σύντομη, αν και ατελή, διερεύνηση του ζητήματος της εγκατάστασης ελληνόφωνων/βλαχόφωνων Ηπειρωτών στη Φθιώτιδα, θεωρούμε αναγκαίο αλλά και ενδιαφέρον να συνδυα στούν οι μαρτυρίες κυρίως του Eihthal με ένα φαινόμενο που τέμνει εγκάρσια την προοπτική αυτής της μετοικεσίας, και για το οποίο δεν κάνει επίσης καμιά μνεία ο Καραμίχου: το φαινόμενο της ληστείας. Οι Βλάχοι, είτε είχαν αποκλειστεί στις επαναστατημένες περιοχές της Φθιώ τιδας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης είτε μετοίκησαν σε αυτές μετά το τέλος της, είναι γεγονός ότι έγιναν συχνά αντικείμενα εκμετάλλευσης, εκούσια ή ακούσια, από τις ληστοσυμμορίες (1834 κ. εξ.) που κυριολεκτι κά λυμαίνονταν την περιοχή. Αυτές οι συμμορίες προέρχονταν κυρίως «εκ του Οθωμανικού», καθώς τότε η περιοχή της Φθιώτιδας βρισκόταν στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας. Τα σύνορα αυτά βέβαια ήταν εξαιρε τικά πορώδη, παρά τις συνεχείς προσπάθειες της βαυαρικής Αντιβασι λείας και του Όθωνα να ελέγξουν την κατάσταση με τα τάγματα της χωροφυλακής (1833), της «δημοτικής αστυνομίας» (1836), της εθνοφυλα -
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
3 4 . Eihthal, ό.π., σ. 68.
3 5 . Ό.π., σ. 70.
3 6 . Ό.π., σ. 80.
3 7 . Ό.π., σ. 69
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
κής (1838) και της οροφυλακής (1838). Ονομαστοί ληστές, όπως ο Γιατα γάνας, ο Καλαμάτας, ο Πεσλής, ο Ντόβας, οι Μαλισοβαίοι, ο Ρουπακιάς, σε συνεργασία με τους Τούρκους δερβεναγάδες, μπαινόβγαιναν σχεδόν ανενόχλητοι στα σύνορα, ενώ συχνά διώκτες και διωκόμενοι εναλλάσσο νταν, μέσα στην ιδιάζουσα ρευστότητα της εποχής. Αυτοί οι ληστές, όπως μαρτυρεί και ο Eihthal, έβρισκαν καταφύγιο και τροφή στους Βλά χους νομάδες, με τους οποίους κρατούσαν πάντοτε μια σχέση κατανα γκαστικής ή εθελούσιας συνεργασίας. Η προσκόλληση των νομάδων στους ληστές ενισχυόταν και από τη βάναυση συμπεριφορά των διωκτι κών αποσπασμάτων απέναντί τους, στην προσπάθειά τους να τους ανα γκάσουν να προδώσουν τους διωκόμενους38. Μάλιστα, είναι χαρακτηρι στικό ότι όλες οι προτάσεις των επικεφαλής αυτών των αποσπασμάτων περιλάμβαναν οπωσδήποτε τον υποχρεωτικό συνοικισμό των Βλάχων, έτσι ώστε να εξαλειφθούν μια για πάντα τα ορεινά καταφύγια των ληστών39. Μέσα στα πλαίσια αυτά, φαίνεται λοιπόν ότι και η έκκληση του Καραμίχου για «συνοικισμό» των συμπατριωτών του στην περιοχή της Μενδενίτσας υπηρετούσε συνειδητά την επίσημη θέση του ελληνικού κράτους. Ο Ηπειρώτης απεσταλμένος, ο οποίος είχε αγωνιστεί στην Ελληνική Επανάσταση, αλλά και είχε χρηματίσει σε διοικητικές θέσεις κατά τη διάρκειά της, επιθυμούσε την εύτακτη μετοικεσία των Ηπειρω τών και την κανονική ένταξή τους στη νεοελληνική κοινωνία, βέβαιες προϋποθέσεις προόδου και ευημερίας που προσέκρουαν όμως σε μια -
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
3 8 . Η ίδια αντιφατική πραγματικότητα της μετεπαναστατικής περιόδου στη Στερεά Ελλάδα μαρτυρείται και από τον Κασομούλη, αυτή τη φορά για την Ήπειρο την εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν οι Βλαχοποιμένες, «βιασμένοι να ευχαριστούν και τους ληστάς, από αίσθημα, και τους κατα(δ)ρομείς αυτών από φόβον εξολοθρευμού, κείμενοι μεταξύ σφύρας και άκμονος», προσπαθούσαν με πολλές θυσίες να επιβιώσουν. Βλ. Νικολάου Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821 – 1833), εκδ. Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 2003, τόμ. Α΄, σσ. 103 – 108.
3 9 . Σύμφωνα με τον Thomas Gordon, τον οποίο έστειλε ο Armansperg στη Στερεά τον Ιούλιο του 1835, έπρεπε υποχρεωτικά οι νομάδες να συνοικισθούν σε κοινότητες και να υπάρξει αυστηρή παρακολούθησή τους, γιατί ήταν «φυσικοί σύμμαχοι των ληστών και ορκισμένοι εχθροί τόσο της κυβερνήσεως όσο και του αγροτικού πληθυσμού». Τον «ακή ρυκτο αλλά αδυσώπητο πόλεμο μεταξύ νομάδων κτηνοτρόφων και αγροτών» θα επιση μάνει επίσης και ο συνοδός του Gordon, ο ιστορικός G. Finlay. Αλλά και οι Τάτσης Μαγ γίνας, Αναστάσιος Λιδωρίκης, Δρόσος Μανσόλας και Αναγνώστης Μοναρχίδης, των οποίων τις απόψεις είχε ζητήσει ο Armansperg, συμφωνούσαν, εκτός των άλλων, και στον υποχρεωτικό συνοικισμό των νομάδων σε δήμους της εκλογής τους, «αφού διαλύονταν πρώτα τα διάφορα τσελιγκάτα της Στερεάς». Τέλος, παρόμοιες απόψεις εξέφρασαν και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αρκετοί αξιωματούχοι της διοίκησης και της δικαιοσύ νης. Βλ. Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Περί λύχνων αφάς: Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 32, 36, 39, 217 – 264 και Θωμά Γ. Καλοδή μου, ‘Η ληστεία στην Επαρχία της Φθιώτιδας: Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1833) ως την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881)’, Πρακτικά 3ου Συνεδρί ου Φθιωτικής Ιστορίας, 3, 4 και 5 Νοεμβρίου 2005, σσ. 468 – 526.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
αληθινά δύσκολη συγκυρία.
Οπωσδήποτε, το ζήτημα της εγκατάστασης των Ηπειρωτών στη μετε παναστατική Φθιώτιδα χρειάζεται μεγαλύτερη εξέταση. Το δεκαεξασέλι δο οδοιπορικό του Αναστασίου Ι. Καραμίχου αποτέλεσε μόνο την αφορ μή γι’ αυτή τη μελέτη, μια επιπλέον μαρτυρία για την ιστορική τοπογρα φία της περιοχής σε μια κρίσιμη περίοδο για την πορεία του ενδοελλαδι κού και εξωελλαδικού Ελληνισμού, αναδεικνύοντας, για άλλη μια φορά, την ακαταμάχητη ρευστότητα της εποχής ως τη μόνη πραγματικότητα στην οποία ο μελετητής οφείλει να καταθέτει, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, τα διαπιστευτήριά του…
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- About Edmont, Η Ελλάδα του Όθωνα: Η σύγχρονη Ελλάδα, 1854, μετ. Α. Σπήλιου, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα, χ.χ.
- Αδάμ Δημ. Π, Λοκρικά: Περιβοάγρια – Επικνημίδια, Λαμία 2001. 3. Ακαδημία Αθηνών, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας – 13, Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη, τόμ. Α΄, Μέρος πρώτο, Αθήνα 1996.
- Ακαδημία Αθηνών, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Ε΄, τεύ χος Ι, Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Εν Αθή ναις 1963.
- Ακαδημία Αθηνών, Αρχειακή Συλλογή ΚΕΙΝΕ, Αρχείο Κωλέττη, Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη (Τμήμα Ιδρύματος Τοσίτσα).
- Απόσπασμα εκ της κατά την Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα περιηγήσεως του κυρίου Αναστασίου Ιωάννου Καραμίχου του εκ Μηλέας Μετσόβου, διαλαμβάνων την περιγραφήν της Μεδινίτσης, Εν Ναυπλίω εκ της τυπογραφίας Θ. Κονταξή και Ν. Λουκάκη, 1834.
- Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1857.
- Βακαλόπουλου Απόστολου Ε., Πρόσφυγες και Προσφυγικό Ζήτη μα κατά την Επανάσταση του 1821, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2001.
- Βακαλόπουλου Kωνσταντίνου Α., Ιστορία του Βορείου Ελληνι σμού: Ήπειρος, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
- Δηλιγιάννης Θ. –Ζηνόπουλος Γ., Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τ. Ε΄, Εν Αθήναις 1861.
- Eihthal G., Οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα μετά το 1821, μετ. Δημ. Βικέλα, 3η έκδοση, εκδ. Μπάυρον, Αθήνα, χ.χ.
4H SYNEDRIASH 2013_praktika1.qxd 20/01/2014 3:47 ΜΜ Page 418
Σμυρναίος Αντώνιος 418
- Ζήση Κώστα Ι., ‘Συμβολή στην Ιστορία της νεοελληνικής εκπαί δευσης: Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (Καποδι στριακή και Οθωνική περίοδος). Τα σχολεία της Φθιώτιδας’, Πρα κτικά 1ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας, Λαμία 3 – 4 Νοεμβρίου 2001, σσ. 154 – 172.
- Ζησόπουλου Κώστα Αθ., Ντοπολαλιές και Τοπωνύμια Ανθήλης Φθιώτιδας, Λάρισα 1987.
- Καλοδήμου Θωμά Γ., ‘Η ληστεία στην Επαρχία της Φθιώτιδας: Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1833) ως την προσάρ τηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881)’, Πρακτικά 3ου Συνεδρί ου Φθιωτικής Ιστορίας, 3,4 και 5 Νοεμβρίου 2005, σσ. 468 – 526.
- Καλούσιος Γ.Δ., Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄ Ιστορικά, Ματσούκι – Τρίκαλα, 1994.
- Κασομούλη Νικολάου Κ., Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επανα στάσεως των Ελλήνων (1821 – 1833), τόμ. Α΄, εκδ. Ελεύθερη Σκέ ψις, Αθήνα 2003.
- Κολιόπουλος Ιωάννης Σ., Περί λύχνων αφάς: Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996.
- Κυριακίδης Ν., Ποιημάτιον Χίος Τραγωδός, ποιηθέν παρά Ν. Κυριακίδου, εις την νυν των Ελλήνων διάλεκτον. Εν Ναυπλίας 1831, εκ της Τυπογραφίας Εμμ. Αντωνιάδου.
- Κωσταβασίλης Κωνσταντίνος Α., Εγκαταστάσεις Ηπειρωτών και Θεσσαλών προσφύγων στο ελεύθερο κράτος 1832 – 1862, διδ. δια τριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστο ρίας – Αρχαιολογίας, Τομέας Ιστορίας Νεωτέρων Χρόνων, Ιωάν νινα 2002.
- Λαζάρου Αχιλλέως Γ., ‘Βενιαμίν ο εκ Τουδέλας και η Φθιωτική Βλαχία’, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Φθιωτικών Ερευνών, Λουτρά Υπάτης (27-29 Απριλίου 1990), σσ. 147 – 160.
- Μαγειρία Μιχάλη Δ., Αμέρου: Ένας αιώνας κοινωνικής και κοινο τικής ζωής – Φωτογραφικό οδοιπορικό, εκδ. Εγνατία Ηπείρου, Ιωάννινα 2009.
- Μακρή Ιωάννη Ε., ‘Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου κατά τα πρώτα μετεαπελευθερωτικά χρόνια (1833 – 1840 μ.Χ. περίπου), σύμφωνα με τα πρακτικά της Μικτής Ελληνοτουρκικής Δικαστικής Επιτροπής’, Πρακτικά 1ου Συνεδρί ου Φθιωτικής Ιστορίας, Λαμία 3 – 4 Νοεμβρίου 2001, σσ. 141 – 153.
- Μάουρερ Γκεόργκ Λούντβιχ, Ο Ελληνικός Λαός, μετ. Όλγας Ρομπάκη, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1976.
- Μωραΐτη Γ., Το κάστρο των Θερμοπυλών – Βοδονίτσα, εκδ. Αντι παράλληλα, 2η έκδοση, χ.τ., 1980.
- Νάτσιου Βαρβάρα Δημ., ‘Εγκατάσταση Ομογενών στην Φθιώτι
4H SYNEDRIASH 2013_praktika1.qxd 20/01/2014 3:47 ΜΜ Page 419
Μετακινήσεις Ηπειρωτών στη μετεπαναστατική Φθιώτιδα 419
δα’, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. 30ός (2009), σσ. 59 – 75.
- Νάτσιου Δημ. Θ., ‘Ανέκδοτος Χειρόγραφος Κώδικας της Λαμίας περί Ελληνικής Ιθαγένειας (1850 – 1859)’, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. 30ός (2009), σσ. 77 – 95.
- Pouqueville F., Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα, Αττική, Κορινθία, μετ. Νίκη Μολφέτα, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα 1995. 28. Πουρναράς Σ. Ι., Η Βλαχομηλιά της Πίνδου, Αμέρου, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Μηλιάς, Θεσσαλονίκη 1987.
- Σιμόπουλου Κυριάκου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Α΄, Αθήνα 1972.
- Strong Frederick, Greece as a Kingdom; or, A statistical description of that country, from the arrival of King Otto in 1833 down to the present time, London 1842.
- Τιρς Φρειδερίκου, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, μετ. Α. Σπήλιου, τόμ. Β΄, εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα.
- Τσελεμπί Εβλιά, Ταξίδι στην Ελλάδα, έρευνα – λογοτεχνική από δοση Νίκου Χειλαδάκη, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1991.
- Φιλήμονος Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστά σεως, τόμ. Γ΄, Αθήναι 1860.
- Φίνλεϋ Γεωργίου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετ. Αλί κης Γεωργούλη, τόμ. Β΄, εκδ. Α/φών Τολίδη, Αθήνα 1973.
- Χειμώνα Χρήστου, ‘Η Φθιώτιδα κατά τα τέλη του ΙΗ΄ αιώνα’, Φθιωτικά Χρονικά, τόμ. Β΄(1981), σσ. 174 – 187.
- Wilson S.S., A Narrative of The Greek Mission; or Sixteen Years in Malta and Greece, London 1839.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατοικεί μόνιμα στο Βόλο.
Είναι διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν. Αθη
νών και διδάσκει Νεότερη Ελληνική Ιστορία και Διδακτι
κή της Ιστορίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής
Εκπαίδευσης του Παν. Θεσσαλίας. Εργασίες του έχουν
παρουσιαστεί σε συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό
και έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: Στα ίχνη της ουτοπίας: Tο ‘Φιλελληνικόν Παιδαγωγείον’Σύρου και η προτεσταντική ομογενοποίηση της οικουμέ νης κατά το 19ο αιώνα. Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (2006), Μετέωρος Ζήλος: προτεσταντική προπαιδεία και νεοελ ληνική εκπαίδευση κατά το 19ο αιώνα. Αθήνα: Ψηφίδα (2006), Η Διδα κτική της Ιστορίας: Συνταγογραφίες διδακτισμού ή στοχασμοί πάνω στην ιστορική επίγνωση; Αθήνα: Γρηγόρης (2008), Λατρεία και νεύρωση στην Παιδαγωγική της Καινοτομίας: σημειώσεις σε μια μετανεωτερική φιλοσοφία της παιδείας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας (2009) και Ιστορία Μάθησις: Ζητήματα Φιλοσοφίας και Διδακτικής της Ιστορίας (2013), Αθήνα: Γρηγόρης, ενώ συμμετείχε στη συγγραφή του βιβλίου των Α. Δημαρά & Χ. Αθανασιάδη, Ελληνικά Παιδαγωγικά Περιοδικά (1831 – 1991) – Βιβλιογραφία (1831 – 1974), Αθήνα: Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (2004).
ΠΗΓΗ https://www.academia.edu/
- Εμφανίσεις: 1887

Γεώργιος Κακαβάς , Νικόλαος Κύρκος , Αλεξία Υφαντή
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΣΠΕΡΧΕΙΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΕΩΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ1830-1940
Η ανάγκη για συνεχή εµπλουτισµό των υπηρεσιακών αρχείων και συστηµατική καταγραφή των µνηµείων που υπάγονται στην αρµοδιότητα της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων οδήγησε την άνοιξη του 18 στη συνεργασία της µε το ∆ήµο Σπερχειάδας για την καταγραφή και ηλεκτρονική καταχώρηση των ναών της περιοχής- Τα αποτελέσµατα της έρευνας καταγράφονται συνοπτικά στην παρούσα δηµοσίευση και αφορούν στην εξέταση των σηµαντικότερων ναών που ανεγέρθηκαν εντός των οικισµών και στην ύπαιθρο από τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους µέχρι το ξέσπασµα του Β΄ Παγκο,σµίου Πολέµου µια ταραχώδη ιστορική περίοδο µε καθοριστικά γεγονότα που αναδιαµόρφωσαν και εκσυγχρόνισαν ταχύτατα τις κοινωνικοοικονοµικές δοµέςτης χώρας µορφοποιώντας παράλληλα και την πολιτιστική της ταυτότητα. Ο τέως Καποδιστριακός ∆ήµος της Σπερχειάδας που περιελάµβανε 22 δηµοτικά διαµερίσµατα και 13 οικισµούς εκτεινόταν µέχρι το δυτικό πέρας της κοιλάδας του Σπερχειού ποταµού ο οποίος αποτελούσε και το βόρειο όριό του-Οι παραπόταµοί του Ίναχος και Ρουστιανίτης τον όριζαν ανατολικά και δυτικά αντίστοιχα και η οροσειρά των Βαρδουσίων νότια- Στο µέσο περίπου αυ-
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πολλοί είναι αυτοί που µε διαφορετικό τρόπο ο καθένας βοήθησαν στην υλοποίηση της επίπονης και απαιτητικής αυτής έρευνας- Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον φίλτατο κ- Αθανάσιο Μαγουλά δηµοτικό σύµβουλο και εµπνευστή της έρευνας στον τότε δήµαρχο Σπερχειάδας κ- Νικόλαο Τζιβελέκα στους πάντα πρόθυµους δηµοτικούς υπαλλήλους κ.κ. Νικόλαο Γκόγια Παναγιώτη Καραγεώργο Μαρία Μίχου Ηλία Μπήτο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου Κωνσταντίνο Παπακώστα Κωνσταντίνα Τουρλάκη και Νικόλαο Τυραϊδή στους εφηµέριους των εκκλησιών που επισκεφθήκαµε καθώς και στους επιτρόπους που µας καλοδέχθηκαν- Από το προσωπικό της 24ης
Ε.Β.Α , ευχαριστούµε για την πολύτιµη συνεισφορά τους τον ιστορικό Θοδωρή Δηµητρόπουλο την αρχιτέκτονα Χριστίνα Βασιλοπούλου και τον πολιτικό µηχανικό Κωνσταντίνο Λέλη Για παραχώρηση συγκριτικού υλικού ευχαριστίες οφείλονται στην προϊσταµένη της 19ης
Ε-Β-Α- Κρυσταλλία Μαντζανά και στην αρχιτέκτονα Στυλιανή Λαφαζάνη
- Δ Καπνιάς- Η κοιλάδα του Σπερχειού στο χωροχρόνο Πάτρα 2000 54-59-62
- Αλλιώς Βίστρι(τ)ζα,Ξηριάς η Ελλάς
- -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- τής περιοχής υψώνεται το όρος Γουλινάς, ανάμεσα στις οροσειρές Οίτη, Οξυά, Τυμφρηστό και Βαρδούσια. Από την πληθώρα των ιστορικών αναφορών το σημαντικό αριθμό των αρχαιολογικών χώρων και τοπωνυμίων και τα ελάχιστα ανασκαφικά δεδομένα, μαρτυρείται η αδιάλειπτη κατοίκηση του ευρύτερου χώρου της Σπερχειάδας, που οφείλει την ονομασία της στην αρχαία πόλη των Αινιάνων Σπέρχεια ή Σπερχειαί, τουλάχιστον από τη μυκηναϊκή περίοδο έως και τους νεότερους χρόνους. Πολλοί οικισμοί αναπτύχθηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας, είτε κοντά σε παλαιότερους ερειπωμένους, όπως το Γαρδίκι, το Μούστροβο (Περιβόλι) , η Σέλιανη (Μάρμαρα), το Αγά (Σπερχειάδα) και το Παλαιόβραχον (Παλαιοβράχα), είτε μεταφερμένοι σε νέες θέσεις ή επεκτεινόμενοι από την εγκατάσταση ομάδων Ηπειρωτών, κυρίως Σουλιωτων, κατά την περίοδο των ανελέητων διωγμών του Αλή πασά στο τέλος του
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
3- Για την ιστορία της περιοχής, βλ- F-C-H-L- Pougueville Voyage de la Grece.Avec cartes vues et figures.Deuxieme edition revue corrigee et augmentee IV Paris 1826 68-70 Ι. Βορτσέλας, Φθιώτις, η προς Νότον της Όθρυος, ήτοι απάνθισμα ιστορικών και γεωγραφικών ειδήσεων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εν Αθήναις 1907 90-91 482-486
Τρ. Παπαναγιώτου. Ιστορία και μνημεία της Φθιώτιδας. Αθήνα 1971 233- 238
I.Γ. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν 1393-1821 .Εν Αθήναις 1971 102-105
Τρ. Παπαναγιώτου. Η Φθιώτις στο ’21. Αθήνα 1971, 23-33.
Α.Λάμπου, Ιστορία Φτέρης Φθιώτιδας, Αθήνα 1973 σποραδικά.
Γ. Σκούρας , Η μάχη της Σέλιανης. Φθιωτικά Χρονικά 8 (Λαμία 1987) 89-92
Κ. Φλώρου, Η Επαρχία Φθιώτιδας, Λαμία 1988,89-92
Ι.Α. Καραχρήστος , Συμβολή στη μελέτη της ιστορίας της Φθιώτιδας κατά την ύστερη τουρκοκρατία. Φθιωτικά Χρονικά 13. (Λαμία 1992 ) 36-56
Κ. Καλέντζου-Τερλιάμη, Μεσοποταμία (Χαλίλη) Φθιώτιδας Λαμία 1995 7-46- 60-97
Β. Κ. Κανέλλος Η Σπερχειάδα- Ιστορική, κοινωνική και οικονομική μελέτη, Σπερχειάδα 1997 11-66
Δ- Καλτσάς, Πουγκάκια το χωριό μου. Λαμία 2003 σποραδικά.
Κ. Τριανταφύλλου. Τα Καμπιά- Αφιέρωμα. Αθήνα 2003
Ν. Παπανικολάου. Αργύρια- Ένα όμορφο χωριό της Δυτικής Φθιώτιδας, Λαμία 2005 ,115-117
Β. Σταμοκώστας. Ελλάδα πατρίδα μου, Φτέρη χωριό μου. Αθήνα 2005 12-130
Β.Κ. Κανέλλος. Ο Γουλινάς και τα χωριά του- Ιστορικό και λαογραφικό οδοιπορικό στο Δήμο Σπερχειάδας, Σπερχειάδα 2006 25-100
Φ.Δακορώνια, Μάρμαρα- Τα υπομυκηναϊκά νεκροταφεία των τύμβων. Αθήνα 1987 9-95-96
Π.Α.Πάντος. Αρχαιολογικά ευρήματα από την ΝΔ Αινίδα- Περιβόλι Φθιώτιδος. Πρώτη Παρουσίαση στο 9o Διεθνές Συνέδριο για την αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Θεοχάρη 'Βόλος 1987 – Πρακτικά, Αθήνα 1987 41-42
Μ.Φ.Παπακωνσταντίνου.Η κοιλάδα του Σπερχειού από τους αρχαϊκούς στους ρωμαϊκούς χρόνους≫ στο Ημερίδα Σπερχειός 2000 στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος LIFE 4 Μαΐου 1995. Πρακτικά Αθήνα 1995 41-42
Β.Συθιακάκη-Κριτσιμάλλη.Ιστορική τοπογραφία της Φθιώτιδας κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο στο Α΄ Συνέδριο Φθιωτικής Ιστορίας 3-4 Νοεμβρίου 2001 Πρακτικά, Λαμία 2002 48-51,63-64.
Γ. Κακαβάς – Π. Παπαγεωργίου,Ανασκαφική έρευνα στο ναό Αγ. Παντελεήμονα Κλωνίου,στο Ανασκαφικό έργο 2000-2010 της 24ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (υπό έκδοση)
4- Σημαίνει <<το χωριό του Αγά>> αφού ήταν μέχρι την Απελευθέρωση η έδρα του Τούρκου Αγά της περιοχής.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
18 Αι. όπως το Κλωνί και η Φτέρη.
Μετά τη δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους και μέχρι τον Εμφύλιο αποτέλεσαν ακμάζουσες πληθυσμιακά και οικονομικά κοινότητες αποτελούμενες κυρίως από γεωργούς και κτηνοτρόφους.Η περιοχή ήταν μέχρι πρόσφατα γεωγραφικά απομονωμένη εξαιτίας της καθυστέρησης στην ανάπτυξη του τοπικού οδικού δικτύου, ωστόσο μερικοί οικισμοί όπως το Γαρδίκι τα Πουγκάκια ή τα Χάνια Καμπιών, υπήρξαν κομβικά σημεία στον έλεγχο των ορεινών διαβάσεων προς τη Ναυπακτία και την Ευρυτανία.Τα ιστορικά ίχνη και η βαθιά θρησκευτική πίστη των κατοίκων αποτυπώθηκαν στο μεγάλο αριθμό ναών και ξωκκλησιών που ανήγειραν στα χωριά και σε επιλεγμένες θέσεις στην ύπαιθρο, εκεί όπου υπήρχαν ερειπωμένοι οικισμοί ή διαλυμένες μονές. Αξίζει να αναφερθεί ότι αρκετά ξωκκλήσια της περιοχής κτίστηκαν ύστερα από κάποιο σχετικό όνειρο ή όραμα. Ο Ιωάννης Κουτσούκης του Θωμά, μετά από όνειρο ανεγείρει το 1914 το ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου στη θέση Βλάχικο Πουγκακίων μαζί με τα αδέλφια του Κωνσταντίνο, Δημήτριο Φίλιππο και Αθανάσιο, ενώ το 1918 πάλι μετά από όνειρο ανεγείρει μόνος του αυτή τη φορά το ξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου στη θέση Ζηρέλια Πουγκακίων.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στους 12 μεγαλύτερους οικισμούς της Σπερχειάδας,όπου και καταγράφηκαν 84 ναοί , από τους οποίους σχολιάζονται οι σπουδαιότεροι. Διαπιστώθηκε ότι αυτοί, σχεδόν στο σύνολό τους, έχουν δεχτεί μεταγενέστερες, διαδοχικές, ακαλαίσθητες επεμβάσεις και κακότεχνες προσθήκες, που επιβαρύνουν τη λιτή όψη τους, ενώ δεν σώζεται κανένας ναός προγενέστερος του 1830 εξαιτίας ιστορικών συγκυριών και έντονων γεωλογικών φαινομένων, κυρίως σεισμών και κατολισθήσεων. Ο επικρατέστερος αρχιτεκτονικός τύπος για τους ναούς του 19ου αι. είναι η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με 10 παραδείγματα στην εξεταζόμενη περιοχή. Σε αυτόν ανήκουν οι προ-
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
6- Σταμοκώστας, Φτέρη 74,76 – Κανέλλος, Ο Γουλινάς 50-63 - Ενδεικτικά στοιχεία της εγκατάστασης Σουλιωτών προσφύγων στο Κλωνί παραμένουν τοπωνύμια 'Κιάφα και οικογενειακά επίθετα 'Φαρμάκης - Δημουλάς
7- Σταμοκώστας, Φτέρη 32+ 317- Κανέλλος, Ο Γουλινάς 44+ 46+ 61.
8 - Δ. Θ. Νάτσιος, Ενορίες και Εφημέριοι της Επισκοπής Ζητουνίου κατά το 1834 Φθιωτικά Χρονικά 5 'Λαμία 1984 41-57 Θ.Α. Λαϊνάς Τα Φθιωτικά Μοναστήρια μέσα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Φθιωτικά Χρονικά 5 Λαμία 1984 13,15,21,26,27 Νάτσιος Φθιωτική Βιβλιογραφία Α΄ 'Εκκλησιαστική – Μοναστηριακή 1778-1983 Φθιωτικά Χρονικά 5 Λαμία 1984 41-57 Θ- Σιμόπουλος, Παλαιοχριστιανικά, Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία Φθιώτιδας, Θεσσαλονίκη 1985 268-314-437-469
9- Για την ελλαδική ναοδομία της εποχής, βλ- Δ- Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική- Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη 1830-1980 σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας, Αθήνα 1984 60,93-97,140-143 Γ- Πουλημένος, Η Ελλαδική ναοδομία την περίοδο του Νεοκλασσικισμού 1830-1912 τ- Α΄,Β΄, Αθήνα 1997 , σποραδικά.
Χ.Μπούρας, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001 267-268-274
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
γενέστεροι χρονικά ναοί, όπως ο Άγιος Γεώργιος 1842 (10) στην Άνω Φτέρη (Εικ. 1) η Κοίμηση της Θεοτόκου '1851 στην Κολοκυθιά και ο Άγιος Αθανάσιος (1852) στο Αιγυπτοχώρι ή Γυφτοχώρι ('Άνω Καλλιθέα) (11) (Εικ. 2) αλλά και αρκετοί από αυτούς που ανεγείρονται μεταξύ του τέλους του 08ου καΙ του α΄ μισού του 1ου αι. όπως οι ναοί των Παμμεγίστων Ταξιαρχών (1878) στη Σέλιανη (12), του Αγίου Νικολάου στη Χομίργιαννη (Ανατολή) του Γενέσιου της Θεοτόκου στο Μούστροβο (13), του Αγίου Γεωργίου στην Κάτω Καλλιθέα, της Αγίας Παρασκευής στο Παλαιοχώρι (14) και του νέου Αγίου Νικολάου (τέλη 19ου αιώνα) στο Αγά (15) (Εικ. 3), ο οποίος δεν ξανακτίστηκε μετά την πυρπόλησή του, στις 18 Ιουνίου 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα και αποτελεί σήμερα ιστορικό διατηρητέο μνημείο (16) της ναζιστικής θηριωδίας που υπέστη η μαρτυρική πόλη της Σπερχειάδας (17)
Στις αρχές του 20ου αι. μεγάλη διάδοση, κυρίως στους κοινοτικούς ναούς, γνωρίζει η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με περίγραμμα ελεύθερου σταυρού, με 18 καταγεγραμμένα παραδείγματα. Πρόκειται για έναν αρχιτεκτονικό τύπο αγαπητό στην περιοχή, ο οποίος συμβάλλει στη μερική αύξηση του κτιριακού όγκου και επιτείνει την εντύπωση της επιβλητικότητας των ναών. Εδώ ξεχωρίζουν οι ναοί του Αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουνένοις στη Μπρούφλιανη (Δίλοφο) (1889) (18), του Αγίου Νικολάου στα Αργύρια (1911) (19)
('Εικ. 4) , του
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Θ. Σ-. Μαντοπούλου,Παναγιωτοπούλου, << Από τη μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στον κλασικισμό. Προσέγγιση στην εξέλιξη της τρίκλιτης βασιλικής κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα >> στο: Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση VI ( 1453- 1850), Αθήνα 2002 83-110 (με αναλυτική βιβλιογραφία). Γ. Πουλημένος, Από τον χριστιανικό Παρθενώνα στον Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Αθήνα 2006 133 κ.εξ.
10- Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος
- Σιμόπουλος, ο.π. 469
- Σιμόπουλος, ό.π. 459
- Σιμόπουλος, ό.π. 450
- Σιμόπουλος, ό.π. 454
- Ο Σιμόπουλος δέχεται εσφαλμένα σαν έτος ανέγερσης του ναού το 1908 ( Σιμόπουλος Μνημεία Φθιώτιδας 446-447 ) Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού και η επιγραφή του κωδωνοστασίου 1903 λειτουργούν ως terminus ante quem και τοποθετούν την ανέγερση του ναού στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. Τα σχέδια της αποτύπωσης του νέου Αγ- Νικολάου Σπερχειάδας
προέρχονται από τη μελέτη αποκατάστασης που εκπονήθηκε από την καθηγήτρια του Ε-Μ-Π- κα.Αικατερίνη Κρεμέζη και τους αναστηλωτές κ.κ. Δημήτριο Γιαννούλη και Αποστόλη Καμπούρη.
- Πρόκειται για κηρυγμένο ιστορικό μνημείο του κράτους
( Υ.Α ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ32/ ΚΗΡ/20260/580/26/07/2000 , Φ.Ε.Κ- 1080/B/B1/Φ32/ΚΗΡ/20260/580/26.07.2000-ΦΕΚ.1080/Β/31/8/2000)
- Στις 18-6-44 οι Γερμανοί σε μία από τις πολλαπλές επιδρομές τους στη Σπερχειάδα έκαψαν για τρίτη φορά 378 οικίες, ανατίναξαν δύο εκκλησίες και το Γυμνάσιο και σκότωσαν δεκάδες άμαχους (Κανέλλος, Σπερχειάδα 55. Ο ίδιος. Ο Γουλινάς 34, εικ. στη σ. 39
- Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 439
- Παπανικολάου, Αργύρια 115-116
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αγίου Αθανασίου (1912) στο Γαρδίκι (20), του κάτω Αϊ,Νικόλα στη Χαλίλη (Μεσοποταμία) (Εικ. 5) , του Αγίου Παντελεήμονα (1929) στο Κλωνί, του Αγίου Νικολάου στο Κυριακοχώρι και στα Πουγκάκια (1939) (21) (Εικ.6)- Ο ίδιος τύπος επαναλαμβάνεται και σε μονόκλιτους ναούς, με τέσσερα καταγεγραμμένα παραδείγματα, όπως ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (1891) στο πρώην κτήμα Μηνογιάννη στις Λευκάδες (Λευκάδα) (22) (Εικ.7) και των Αγίων Αποστόλων στο Πίτσι (1902). Στην περιοχή εντοπίζεται μία μόνο ξυλόστεγη βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος, ο ναός του Αγίου Νικολάου (1863) στη Χαλίλη (23. Στην περιοχή απαντούν επίσης δύο παραδείγματα τρουλλαίων βασιλικών, οι ναοί της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Παλαιοβράχα (1875) (24) ( Εικ.8), και στα Πουγκάκια (1895) (25)
(Εικ.9) Ο συνηθέστερος τύπος για τους μικρούς κοινοτικούς ή ιδιωτικούς ναούς κυρίως στην ύπαιθρο είναι ο μονόχωρος, σε πολλές περιπτώσεις δρομικός ναός. Από τους 27 και πλέον ναούς και ξωκκλήσια του τύπου αυτού που καταγράφηκαν αναφέρονται ενδεικτικά ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος ο εν Βουνένοις (1844) στη Στάγια (Πλάτανος) (26), ο Άγιος Ιωάννης (1868) στα Μάρμαρα (Εικ.10),
και η Κοίμηση της Θεοτόκου (1880) στο Νικολίτσι (27)
Τέλος απαντάται μόνο μία περίπτωση αγιορείτικου ή αθωνικού τύπου με τις χαρακτηριστικές πλάγιες κόγχες-χορούς, αυτή στο νέο καθολικό της μονής του Αϊ,Λια στο Παλαιοχώρι (28) που ξαναχτίστηκε το 1937 δυτικότερα της θέσης του αρχικού (Εικ.11) Η παλαιά μονή διαλύθηκε το 1835 με νόμο της Αντιβασιλείας, όπως συνέβη με το μετόχι του Αϊ,Λια, την Παναγία Ρού-
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
21 Θ.Ν. Καραγιάννης.<<Ναοί των Πουγκακίων>> Φθιωτικά Χρονικά 6 (Λαμία 1985 )90-94 Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 448
- Σιμόπουλος, ό.π. 462.
- Καλέντζου,Τερλιάμη, Μεσοποταμία (Χαλίλη) 72-85.
- Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 553. Τα σχέδια της αποτύπωσης της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Παλαιοβράχα παραχωρήθηκαν από το Αρχείο Συλλογής Αρχιτεκτονικών Μελετών της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε-Μ-Π-
- Καραγιάννης, << Ναοί των Πουγκακίων>> 94-98. Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 448-
- Ελ. Ρήγας, << Το άγνωστο μοναστήρι της Στάγιας , και η Στάγια >> Στερεά Ελλάς 372 (Ιούνιος 2000), 17/197/-19/199. Σταμοκώστας, Φτέρη 140. Κανέλλος. Ο Γουλινάς 130-131
Εικ. στη σ. 131.
- Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 453.
- Ι.Δ. Παπαναγιώτου, Ο Αϊ-Λιας του Παλαιοχωρίου, Αθήνα 1978 149-156 Λαϊνάς, Τα Φθιωτικά Μοναστήρια 14,21,26 Σιμόπουλος. Μνημεία Φθιώτιδος 268-314-454.
Σταμοκώστας. Φτέρη 138-139. Κανέλλος. Ο Γουλινάς 130-131 εικ. στη σ. 131. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες μεταβυζαντινές μονές της περιοχής που κατείχε σημαντική κτηματική περιουσία, πολλά εκκλησιαστικά κειμήλια και ιερά λείψανα. Πυρπολήθηκε από τους Τούρκους το 1794. Από το κατεστραμμένο καθολικό διατηρείται in situ ως ιερό προσκυνηματικό κειμήλιο, η αγία Τράπεζα.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
στιανη (Γενέσιο της Θεοτόκου) στα Κανάλια, που ξαναχτίστηκε το 193518 και με άλλες πέντε μονές από τις εννιά συνολικά του Φθιωτικού χώρου. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν και άλλες μονές στην ευρύτερη περιοχή (30) που αποτέλεσαν καταφύγιο κατατρεγμένων από την τουρκική θηριωδία πληθυσμών, κυρίως Ηπειρωτών και κλεφτών, και διαλύθηκαν πριν την Επανάσταση του 1821 όπως του Αγίου Νικολάου του Νέου στη Στάγια (31) του Αγίου Γεωργίου στην Άνω Φτέρη (32) και του Αγίου Παντελεήμονα στο Κλωνί (33).Μάλιστα, σε πρόσφατη ανασκαφική έρευνα στον περιβάλλοντα χώρο του τελευταίου, ήρθαν στο φως σημαντικά λείψανα του παλαιού καθολικού και ερείπια κελιών (34)
Στις περισσότερες περιπτώσεις η τοιχοδομία των ναών είναι επιμελημένη και εμφανής,όπως στον Άγιο Νικόλαο το Νέο Μπρούφλιανης (1889) (Εικ-12) ή στον Άγιο Αθανάσιο Γαρδικίου (1912) ενώ σε άλλες καλύπτεται από παχύ μεταγενέστερο επίχρισμα, όπως στην Κοίμηση Παλαιοβράχας (1875) και στον παλαιό Άγιο Νικόλαο στο Αγά (1836) ο οποίος ήταν μέχρι το 1927
ο κοιμητηριακός ναός του παλαιού νεκροταφείου της πόλης (35)
Τα υλικά δομής προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή, και είναι ασβεστόλιθος, σαπολίθι (ψαμμίτης), ενίοτε πωρόλιθος και άλλα κατάλληλα για λάξευση πετρώματα. Η χρήση μαρμάρου σπανίζει ή απουσιάζει. Καταγράφηκαν μαρμάρινα spolia στις λιθοδομές της Αγίας Σοφίας στη θέση Κορομπίλι Χομίργιαννης (1901) (Εικ-13) και του Αγίου Παντελεήμονα στο Κλωνί (1929) (36)
(Εικ-14) προερ-
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
29.Λαϊνάς, Τα Φθιωτικά Μοναστήρια 13-21 . Σταμοκώστας, Φτέρη 139-140 .Κανέλλος, Ο Γουλινάς 129-130 εικ- στη σ. 130.
- Λαϊνάς, Τα Φθιωτικά Μοναστήρια 13-15,21,26-27. Νάτσιος, Φθιωτική Βιβλιογραφία Α΄ 41,57. Σταμοκώστας, Φτέρη 71, 74-76
- Το καθολικό του 1884 που είχε ανεγερθεί στη θέση βυζαντινού ναού, ανακαινίστηκε στα 1906 (Ρήγας,<< Το άγνωστο μοναστήρι της Στάγια>> 17/197-19/199. Σταμοκώστας,Φτέρη 140. Κανέλλος, Ο Γουλινάς 130-131 εικ.131 )
Ο Σιμόπουλος ( Μνημεία Φθιώτιδος 450) φαίνεται να αγνοεί τη σχετική παράδοση για ύπαρξη βυζαντινής πιθανώς μονής στη θέση του Αγ- Νικολάου στη Στάγια.
- Το καθολικό του 1843 που είχε ανεγερθεί στη θέση βυζαντινού ναού, ανακαινίστηκε στα 1915 ( Σταμοκώστας, Φτέρη 137-138 ) Κανέλλος, Ο Γουλινάς 133,εικ. στη σ.133)
- Το παλαιό καθολικό του 1556, που είχε ανεγερθεί στη θέση βυζαντινού ναού,κάηκε από τους Τούρκους στα 1823, και η μονή έπαψε να λειτουργεί το 1827 (Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 467. Κανέλλος, Ο Γουλινάς 132-133, εικ. στη σ. 132 ) Στην ίδια θέση ανεγέρθηκε στα 1929 ξωκκλήσι.
34.Η ανασκαφή έγινε το καλοκαίρι του 2010 στο πλαίσιο εργασιών ανάδειξης του περιβάλλοντα χώρου του ναού, από τη συμβασιούχο αρχαιολόγο της 24ης ΕΒΑ, Παναγιώτα Παπαγεωργίου με την εποπτεία του προϊσταμένου Δρ. Γεωργίου Κακαβά, βλ. Κακαβάς , Παπαγεωργίου, Ανασκαφική έρευνα στο ναό Αγ.Παντελεήμονα Κλωνίου (υπό έκδοση).
- Το 1927 το νεκροταφείο μεταφέρθηκε στην Αγία Παρασκευή Σπερχειάδας και ως νέος κοιμητηριακός ναός χρησιμοποιείται εφεξής αυτός της Αγ. Παρασκευής (1920)
36.Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος 466 .Κανέλλος, Ο Γουλινάς 132-133.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
χόμενα από παλαιότερους ναούς (37). Σε ναούς που ανεγέρθηκαν ή δέχτηκαν επεμβάσεις μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο πρώην κτήμα Μηνογιάννη στη Λευκάδα (1891) (38) ή το Γενέσιο της
Θεοτόκου στο Μούστροβο (1935) χαρακτηριστική είναι η σύνδεση των γωνιόλιθων με μεταλλικά άγκιστρα, στις ακμές των τοίχων και στα περιθυρώματα.
Οι εξωτερικές επιφάνειες των κογχών του ιερού είναι συνηθέστερα ημικυκλικές (Εικ- 15 ) ή πολυγωνικές και σε πολλές περιπτώσεις διαμορφώνονται με τυφλά αψιδώματα, όπως στον Άγιο Αθανάσιο (1852) στο Γυφτοχώρι (Εικ-16) στον Άγιο Νικόλαο στη Χαλίλη (1860), στον Άγιο Νικόλαο το Νέο στην Μπρούφλιανη (1889), στον Άγιο Νικόλαο στο Κυριακοχώρι, στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο στη Λευκάδα (1891), και στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (1931), στη Στάγια. Με σχετική συμμετρία ανοίγονται στις μακριές πλευρές των ναών τοξωτά, μονόλοβα, δίλοβα ή τρίλοβα παράθυρα και σπανιότερα ορθογώνια. Κυκλικοί φεγγίτες και παράθυρα διανοίγονται στις στενές πλευρές των ναών, συχνά πάνω από τις αψίδες και τις εισόδους.
Οι ναοί είναι κατά κανόνα ξυλόστεγοι με ενιαία δικλινή στέγη, μη ορατή εσωτερικά. Ως χαρακτηριστικό μορφολογικό γνώρισμα παραμένει, τουλάχιστον στους προ του 1915 ναούς, η απότμηση της κορυφής της στέγης στις στενές τους όψεις, η καλούμενη σκούφια (Εικ- 17) . Οι απολήξεις των στεγών στις κεραίες των ναών με περίγραμμα ελεύθερου σταυρού, άλλοτε φέρουν σκούφια και άλλοτε αέτωμα, όπως στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο Λευκάδας και στον Άγιο Νικόλαο Πουγκακίων. Οι παλαιότεροι ναοί καλύπτονταν με σχιστόπλακες, που αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια με κεραμίδια ή τσίγκο, με εξαίρεση τους ναούς του Προφήτη Ηλία στο Κυριακοχώρι (1916) και στο Παλαιοχώρι (1937) οι οποίοι παραμένουν καλυμμένοι με πλάκες. Χαρακτηριστική είναι η απουσία εξωτερικών στοών στις βασιλικές. Σε μία μόνο περίπτωση μαρτυρείται η ύπαρξη εξωτερικών στοών με λίθινους πεσσούς, στο ναό του Αγίου Γεωργίου στη Φτέρη πριν από την ανακαίνισή του το 1915.
Τα περισσότερα κωδωνοστάσια των ναών είναι σχετικά πρόσφατες κατασκευές. Από τα παλαιότερα αξίζει να αναφερθούν το κωδωνοστάσιο του Αγίου Αθανασίου (1860) στο Γυφτοχώρι, που αποτελεί καθ’ ύψος προέκταση του δυτικού τοίχου και τα πυργοειδή κωδωνοστάσια του Αγίου Νικολάου (1860) στη Χαλίλη36, της Κοίμησης (1898) στην Παλαιοβράχα, του νέου Αγίου Νικολάου (1903) στο Αγά (Εικ. 18), της Αγίας Τριάδας (1923-1924) στη Φτέρη37 και του Αγίου Νικολάου (1933) στην Μπρούφλιανη.
Η ύπαρξη γυναικωνίτη στο δυτικό τμήμα των μεγαλύτερων βασιλικών ήταν σχεδόν γενικευμένη, αν και αρκετοί από αυτούς αφαιρέθηκαν μετά το 1950. Αντιπροσωπευτικοί γυναικωνίτες από τους εναπομείναντες απαντώνται στην Κοίμηση Κολοκυθιάς (1851) και Παλαιοβράχας (1875), στον Άγιο Νικόλαο στο Κυριακοχώρι, στον Άγιο Νικόλαο το Νέο στην Μπρούφλιανη (1889) και στον Άγιο Αθανάσιο Γαρδικίου (1912). Μόνο δύο από τα αρχικά λιθόστρωτα δάπεδα σώζονται in situ, αυτά της Αγίας Παρασκευής στην Παλαιοβράχα και του νέου Αγίου Νικολάου στο Αγά, που ποικίλλονται με ομφάλια στο μεσαίο κλίτος. Ο εσωτερικός χώρος των βασιλικών διαιρείται με πεσσοστοιχίες ή κιονοστοιχίες με μεγάλα φέροντα τόξα. Στους ναούς του πρώτου μισού του 19ου αι. οι κύριες είσοδοι έχουν μνημειακή μορφή με μονολιθικά υπέρθυρα και παραστάδες, που φέρουν βάσεις και επίκρανα. Σε άλλες περιπτώσεις τα περιθυρώματα αποτελούνται από μεμονωμένους λαξευτούς λίθους και τοξωτά ή ευθύγραμμα υπέρθυρα.
Πολλοί ναοί φέρουν ανάγλυφες ή εγχάρακτες χρονολογίες και κτητορικές επιγραφές, όπως ο Άγιος Γεώργιος Άνω Φτέρης (1843)38, η Κοίμηση Κολοκυθιάς (1851), ο Άγιος Αθανάσιος Γυφτοχωρίου (1852) (Εικ. 19), ο Άγιος Νικόλαος Χαλίλης (1860)39, η Κοίμηση Παλαιοβράχας (1875), ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Λευκάδας (1891), η Κοίμηση Πουγκακίων (1895)40, η Αγία Παρασκευή Γαρδικίου (1898) (Εικ. 20), η Αγία Παρασκευή (1906) και ο Άγιος Νικόλαος Αργυρίων (1911)41, ο Άγιος Παντελεήμονας Κλωνίου (1929).
Στην εξωτερική όψη αρκετών ναών εντοπίζονται ενσωματωμένα σε διαφορετικά σημεία της τοιχοποιίας, συνήθως στα υπέρθυρα της κύριας εισόδου, στις γωνίες του κτιρίου ή πάνω από την κόγχη του ιερού, λιθανάγλυφες πλάκες42. Τεκμηριώθηκε η συνήθεια της δεύτερης ή επαναλαμβανόμενης χρήσης
- Καλέντζου,Τερλιάμη, Μεσοποταμία (Χαλίλη) 72-85
- Σταμοκώστας, Φτέρη 307-308
- Σταμοκώστας, Φτέρη 289-293
- Καλέντζου,Τερλιάμη, Μεσοποταμία (Χαλίλη) 72-85
- Καραγιάννης, Ναοί των Πουγκακίων 90-98 Σιμόπουλος, Μνημεία Φθιώτιδος, 448
- Παπανικολάου, Αργύρια 115-116
- Ν.Κύρκος, << Η λαϊκή παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τα λιθανάγλυφα της Δυτικής Φθιώτιδας >> Πυρφόρος 24 (Μάιος , Ιούνιος 1996), 61.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
των λιθανάγλυφων του αρχικού ναού στον αμέσως νεότερο. Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στα Καμπιά, ο οποίος ανεγέρθηκε μετά το 1950 στη θέση του αρχικού ναού του 1897. Καταγράφη-καν δώδεκα λιθανάγλυφα με ποικιλία θρησκευτικών θεμάτων, όπως αναθηματική επιγραφή του 1897, μορφές του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, το άγιο Δισκοπότηρο, σταυροί, αγγελικές μορφές και μία σπάνια περίπτωση μοτίβου για την περιοχή, ήλιος πλαισιωμένος από δύο ρόδακες. Επίσης, όταν αναδιαμορφώθηκε το λίθινο πεζούλι στον αύλειο χώρο του Αγίου Δημητρίου Φτέρης43, βρέθηκαν και εντοιχίστηκαν πάλι σε αυτό τρία λιθανάγλυφα από τον ναό του 1897, που απεικονίζουν τον Χριστό, τη Σταύρωση και την κομμένη κεφαλή του Προδρόμου σε πινάκιο. Στον περίβολο του κοιμητηρίου στη Φτέρη υπάρχει εντοιχισμένη λιθανάγλυφη κτητορική πλάκα (1902)44, που απεικονίζει την κεφαλή του Πρόδρομου πλαισιωμένη από τους δύο αρχαγγέλους. Στον Άγιο Νικόλαο Χαλίλης (1860) δια-κρίνονται δύο εντοιχισμένα λιθανάγλυφα45, το πρώτο με τον άγιο Γεώργιο στη ΝΑ γωνία και το δεύτερο με δεόμενη μορφή στην αψίδα του ιερού. Πλούσιας θεματογραφίας είναι τα δώδεκα εντοιχισμένα λιθανάγλυφα στους Ταξιάρχες Σέλιανης (1878)46, που απεικονίζουν ανθρώπινη κεφαλή, φουστανελοφόρο με γιαταγάνι, δύο παραστάσεις των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (Εικ. 21), η μία με χρονολογία 1842, ανθοδοχείο, μορφές ζώων (πουλί που ραμφίζει φίδι), κυπαρίσσια και ρόδακες (Εικ. 22). Στον Άγιο Νικόλαο το Νέο Μπρούφλιανης (1889) καταγράφηκαν εννέα λιθανάγλυφα με μορφές αρχαγγέλων, τοποθετημένα ανά τρία στην τρίπλευρη κόγχη του ιερού. Εντυπωσιακή είναι η ολόσωμη μορφή του αρχάγγελου Μιχαήλ που βρίσκεται στη ΒΔ γωνία του ναού (Εικ. 23). Τέλος, τα περιθυρώματα της βόρειας εισόδου του ίδιου ναού κοσμούνται με λαϊκότροπες συνθέσεις, όπως αγγεία από τα οποία εκφύονται βλαστοί και κληματίδες, πτηνό που ραμφίζει, ρόδακες και χερουβείμ.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
46.Σταμοκώστας, Φτέρη 299-302 εικ. στη σ.300 Το 1876 ανεγέρθηκε ο ναός στη θέση ξωκλησιού, από το συνεργείο του μάστορα Ρεγγίνα. Κατεδαφίστηκε και ξανακτίστηκε μετά
τις φθορές που υπέστη από τους σεισμούς το 1951. Το κωδωνοστάσιο ανεγέρθηκε μεταξύ 1927-1931 από τους τεχνίτες Γιάννη Φακούρα και Βαγγέλη Σακελλάρη από τη Φτέρη, Τσιρώνη και Κωνσταντίνου από την Παλαιοβράχα.
- Σταμοκώστας, Φτέρη 309
- Καλέντζου,Τερλιάμη, Μεσοποταμία (Χαλίλη81. Της ίδιας, <<Τα λιθανάγλυφα του Ι-Ναού Αγίου Νικολάου Μεσοποταμίας (Χαλίλης) Φθιώτιδος>> Φθιωτικά Χρονικά 23 ( Λαμία 2002) , 79-85
- Ν.Δημητρακοπούλου-Σκυλογιάννη << Τμήμα μαρμάρινου αρχιτεκτονικού μέλους στη Συλλογή γλυπτών του Βυζαντινού Μουσείου. Μία προσέγγιση στη μαρμαρογλυπτική του Αιγαίου κατά τον 18ο αιώνα >> στ勤 Θωράκιον. Αφιέρωμα στη μνήμη του Παύλου Λαζαρίδη. Πρακτικά, Αθήνα 2004, 220-223 ( με αναλυτική βιβλιογραφία για το ανθρωπόμορφο ή ζωόμορφο προσωπείο στους μεταβυζαντινούς και νεότερους χρόνους).
Ανάλογος διάκοσμος με επιμελέστερη κατεργασία απαντά στα περιθυρώματα της Κοίμησης Θεοτόκου στην Παλαιοβράχα (1875), στο νότιο υπέρθυρο της οποί-ας απαντούν κτητορική επιγραφή, δάφνινα μετάλλια με τον Χριστό Μεγάλο Αρχιερέα και σταυρό, ο άγιος Γεώργιος έφιππος δρακοντοκτόνος και τετραμελής στρατιωτική ομάδα, υποβαστάζουσα τα στοιχεία της χρονολογίας 1875 (Εικ. 24). Παρόμοιος γλυπτός διάκοσμος σώζει και το αντίστοιχο υπέρθυρο της Κοίμησης της Θεοτόκου στα Πουγκάκια (1895).
Τα λαϊκά εκκλησιαστικά λιθανάγλυφα της περιοχής διασώζουν προσφιλή και καθιερωμένα θέματα, που είναι κοινά αυτή την εποχή στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας47. Το θεματολόγιο περιλαμβάνει κυρίως σταυρούς, μορφές αγγέλων και αγίων, φυτικά και άνθινα μοτίβα48, αλλά και θέματα από το ζωικό βασίλειο49 (Εικ. 25). Ο φυτικός διάκοσμος έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ οι υπόλοιπες θεματικές ομάδες εμπεριέχουν τους συμβολισμούς των λαϊκών αντιλήψεων της εποχής και αποκτούν αποτρεπτικό και φυλακτικό χαρακτήρα50. Τα χαρακτηριστικά των μορφών αποδίδονται σχηματοποιημένα και ενίοτε μόνο με το περίγραμμά τους. Αν και η τεχνική στα περισσότερα από τα παραδείγματα είναι λαϊκότροπη, σε αρκετές περιπτώσεις είναι αξιοπρόσεκτη η προσεγμένη εκτέλεση των λεπτομερειών. Η θεματογραφία και η τεχνική των λιθανάγλυφων της Σπερχειάδας προσιδιάζει σε αυτές των λιθοξόων από τη βορειοδυτική ηπειρωτική Ελλάδα, από την οποία προέρχονται τα σημαντικότερα ισνάφια την εποχή αυτή51. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αγίου Αθανασίου στο Γαρδίκι, όπου οι ηλικιωμένοι κάτοικοι μνημονεύουν ότι το 1912 φημισμένοι μάστορες από το Μαυρίλο Φθιώτιδας
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
50.Γενικά για τη λιθογλυπτική, βλ. Α.Ε. Φλωράκης, Η λαϊκή Λιθογλυπτική της Τήνου, Αθήνα 1979. Α. Πετρονώτης << Λιθανάγλυφα θυρώματα εκκλησιών Δυτικής Θεσσαλίας με νεοκλασσικές επιδράσεις >>, Ανθρωπολογικά 3 ( 1982 ), 41-63 . Λ.Γουργιώτη, Λιθανάγλυφα και μάστοροι της πέτρας στη Δυτική Θεσσαλία, Αθήνα 2001. Δ.Α. Λιάκος . << Περί της Μεταβυζαντινής Γλυπτικής του Θεσσαλικού Χώρου >>, στο ¨΄ Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας 2 ( Βόλος 16-19 Μαρτίου 2006 ) Πρακτικά, Τόμος Ι΄- Θεσσαλία 2009 657-658, σημ.6 ( όπου αναλυτική βιβλιογραφία) . Για τις κατηγορίες των θεμάτων της μεταβυζαντινής γλυπτικής, την καταγωγή και το συμβολισμό τους, βλ. Π.Π. Θεοδωρακάκου-Βαρελίδου,Λιθανάγλυφα κοσμικών και ταφικών μνημείων της Μάνης, περιόδου 1780-1800 - 1930 ( αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή ) , Θεσσαλονίκη 2000, 1- 4 97 – 132 ( με αναλυτική βιβλιογραφία )
51 . Λιάκος, Λιθανάγλυφα Αγίου Όρους, 123
52 . Λιάκος, Μεταβυζαντινή Γλυπτική Θεσσαλικού Χώρου, 661
53- Κ. Γ. Κορρέ, Η ανθρώπινη κεφαλή. Θέμα αποτρεπτικό στην Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη , Αθήναι 1987 Δημητρακοπούλου- Σκυλογιάννη. Τμήμα μαρμάρινου αρχιτεκτονικού μέλους 220-223 . Λιάκος. ο.π. 662
- Π.Μ. Μυλωνάς, << Η Μονή Δολιανών ή Κρανιάς στην Πίνδο >> Τρικαλινά 2 ( 1982 ) 103-105-107 εικ.12-16 Λιάκος. ο.π-659-664 . Του ίδιου. Λιθανάγλυφα Αγίου Όρους, 127-132
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
έκτισαν τον ναό με λίθους μεταφερμένους από το Κρίκελλο Ευρυτανίας. Η απόδοση, ωστόσο, των λιθανάγλυφων της περιοχής σε συγκεκριμένους λιθοξόους ή συνεργεία απαιτεί περαιτέρω επισταμένη έρευνα, καταγραφή και ταξινόμηση του άγνωστου υλικού αυτής της περιόδου από τον ευρύτερο Φθιωτικό χώρο52.
Στους περισσότερους ναούς της περιοχής τα τέμπλα είναι απλά ξύλινα, με λίγα διακοσμητικά στοιχεία και συνήθως έχουν αντικαταστήσει παλαιότερα53. Στους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους ενοριακούς ναούς της περιοχής φιλο-τεχνήθηκαν ξυλόγλυπτα τέμπλα54, από τα οποία ελάχιστα είναι ενυπόγραφα. Το σημαντικότερο παράδειγμα ενυπόγραφου τέμπλου βρίσκεται στην Κοίμηση Θεοτόκου Παλαιοβράχας (Εικ. 26), στο επιστύλιο του οποίου υπογράφει ο Μετσοβίτης ταγιαδόρος Γιώργης Μηλιώτης ή Μέρανος ή Μπαλτζόης, και ο γιος του Νικόλαος, με έτος περαίωσης το 189255. Οι ίδιοι φιλοτέχνησαν το κιβώριο της αγίας τράπεζας, το δεσποτικό θρόνο ( Εικ. 27) και τον άμβωνα.
55 . Ονομαστός στην περιοχή της Σπερχειάδας είναι ο λιθοξόος Γρηγόρης Κοντοδήμος από το Νικολίτσι, που εργάστηκε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα μεταξύ άλλων στον Άγ- Νικόλαο
Χαλίλης και στην Κοίμηση της Θεοτόκου Νικολιτσίου. Την ίδια εποχή έδρασαν με τα συνεργεία τους ο αρχιμάστορας Γεώργιος Ζούμπος από τη Γραμμένη Οξυά, που έχτισε τον Άγιο Δημήτριο Κυριακοχωρίου και τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο Στάγιας, καθώς και ο Ιωάννης Ευθυμίου από την Κάψη, που έχτισε το 1930 τον Άγιο Αθανάσιο Καναλίων.
- Για την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική, βλ, Κ.Α. Μακρής, Εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, Αθήνα 1982, σποραδικά. Δ.Γ. Καλούσιος, << Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο νομό Τρικάλων
( 18ος-19ος- και 20ος αιωνας ) >> Στο Α΄ Συνέδριο Μετσοβίτικων Σπουδών ( Μέτσοβο 28-30 Ιουνίου 1991 ). Πρακτικά, Αθήνα 1997, 41-154. Τρ. Παπαζήσης, << Μετσοβίτες ταλιαδόροι >> στο
Β΄ Συνέδριο Μετσοβίτικων Σπουδών << Μέτσοβο 9-11 Σεπτεμβρίου 1994 >> Εξωραϊστικός Σύλλογος Μετσόβου ) Πρακτικά, Αθήνα 1997 , 41 – 154 των εκκλησιών στον Ηπειρωτικό χώρο κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο και οι τεχνίτες του ξύλου. ( Διδακτορική διατριβή ) Ιωάννινα 2002 ( όπου και αναλυτική βιβλιογραφία ) .
57 Θ. Ν. Καραγιάννης , << Η Λαϊκή Ξυλογλυπτική στα Πουγκάκια Φθιώτιδας >> Γαρδικιώτικα 23, Γενάρης 1982, 12-15 Θ.Μ. Προβατάκης, << Ένα άγνωστο λαϊκό ξυλόγλυπτο
τέμπλο στο Ροβολιάρι Φθιώτιδας >> στο Α΄ Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών- Γλώσσα,ιστορία,λαογραφία ( Λουτρά Υπάτης 27 - 29 Απριλίου 1990 ) Πρακτικά, Λαμία 1993 183-194 . Τ. Ευθυμίου , Θ. Κολιόπουλος, Το ξυλόγλυπτο τέμπλο Κοίμησης της Θεοτόκου Παλαιοκάστρου, Λαμία 2008. Τ. Ευθυμίου, Το ξυλόγλυπτο τέμπλο Αγίου Νικολάου Ζιώψης, Λαμία 2009. Δ.Θ. Νάτσιος,
<< Το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Παναγίας Δέσποινας – Λαμίας- 18ος αιων. Φθιωτικά Χρονικά 32, ( Λαμία 2001 ) 87-94.
- Ο Γ. Πλατάρης ( Το Σημειωματάρι ενός Μετσοβίτη 1871-1943 , Αθηνα 1972 σποραδικα ) αναφέρεται στη δράση του ξυλογλύπτη Δημήτριου Μέρανου και του πατέρα του, Γιώργη
Μέρανου ή Μηλιώτη ή Μπαλτζόη. Επίσης καταγράφει τις περιοχές, στις οποίες φιλοτέχνησαν ξυλόγλυπτα τέμπλα ο Ανάστασης Μούσκου ή Μόσχος με την οικογενειακή κομπανία των Γκιώνηδων, όπως στο Δομοκό το 1875 στο Πουρνάρι ή Πρινάρι στη συνέχεια, στο Καλεράρι,
στην Πλόπη, στη Χομίργιαννη και στο Καστρί το 1879 στο Ροβολάρι το 1882, στον Άγ. Ιωάννη το Θεολόγο στην Γιαντζιού, στην Υπάτη το 1886, στη Σελίτζιανη το 1887, και στους Κορυσχάδες το 1889. Μαζί τους ήταν και ο γιος του Γιώργη Μέρανου, Νικόλαος.
Ο ξυλογλύπτης Στυλιανός Υφαντής από τη Μεγάλη Κάψη υπογράφει στα 1930 και 1931 το τέμπλο και τον δεσποτικό θρόνο του Αγίου Νικολάου Αργυρίων. Άλλα σημαντικά, λαϊκότροπα, ανυπόγραφα ξυλόγλυπτα τέμπλα απαντούν στην Κοίμηση της Θεοτόκου Κολοκυθιάς (1851), όπου βρίσκονται και δύο ξυλόγλυπτοι κηροστάτες από το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία Κολοκυθιάς (1903), στον Άγιο Αθανάσιο Γυφτοχωρίου (1852), στον Άγιο Νικόλαο Χαλίλης (1860), στον Άγιο Νικόλαο το Νέο Μπρούφλιανης (1889), στον Άγιο Νικόλαο Κυριακοχω-ρίου, στην Κοίμηση της Θεοτόκου Γόργιανης (1860), Νικολιτσίου (1880) και Πουγκακίων (1895)56. Το πρόσφατα επιχρωματισμένο τέμπλο στους Αγίους Αποστόλους Πιτσίου (1902) προέρχεται από τον Άγιο Νικόλαο Λευκάδας. Στα παραδείγματα αυτά ο φυτικός διάκοσμος αποδίδεται με χαμηλό ανάγλυφο και εμπλουτίζεται με ανθρώπινες και ζωόμορφες παραστάσεις. Αρκετά τέμπλα έχουν δεχτεί, δυστυχώς, ακαλαίσθητες επεμβάσεις με ασύμβατες χρωματικές επικαλύψεις, οι οποίες αλλοιώνουν ανεπανόρθωτα τη μορφή των έργων και συντελούν στην περαιτέρω φθορά τους, με αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα το τέμπλο στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Κολοκυθιά.
Οι ελάχιστοι άμβωνες που σώθηκαν από το πνεύμα «εξωραϊσμού» των ναών έχουν τη μορφή υπερυψωμένου πολυγωνικού εξώστη με κωνική οξυκόρυφη βάση και συνήθως μαζί με τους δεσποτικούς θρόνους και τα προσκυνητάρια φιλοτε-χνούνται από το ίδιο συνεργείο, όπως καταγράφεται στην Κοίμηση της Θεοτόκου στην Παλαιοβράχα (1892) και στα Πουγκάκια (1895)57, στον Άγιο Νικόλαο Κυριακοχωρίου, στον Άγιο Αθανάσιο στα Κανάλια και στο Γαρδίκι (1912).
Στο εσωτερικό αρκετών ναών διατηρούνται οι αρχικές ξύλινες πολύχρωμες οροφές, διακοσμημένες με γεωμετρικά σχήματα από πηχάκια ή φατνώματα και ένθετα ξύλινα ή ζωγραφισμένα διακοσμητικά ανθέμια και σταυρούς, όπως στον Άγιο Νικόλαο Αργυρίων, στον Άγιο Νικόλαο το Νέο Μπρούφλιανης ή στην Κοίμηση Κολοκυθιάς. Στον Άγιο Νικόλαο Αργυρίων (1911) διαμορφώνεται ψευδοτρούλος στο μέσο της οροφής του μεσαίου κλίτους με τη μορφή του Παντοκράτορα, κατασκευασμένος από την οικογενειακή κομπανία των Βλα-χαίων, μαραγκών από τη Γραμμένη Οξυά58.
Στην περιοχή της Σπερχειάδας χαρακτηριστική είναι η απουσία τοιχογραφιών στους ναούς, προφανώς εξαιτίας της δυσκολίας ερανισμού χρημάτων για την εκτέλεσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τέσσερις μόνο ναοί, οι οποίοι φέρουν αποσπασματικά τοιχογραφίες της εποχής που εξετάζουμε. Στην κόγχη της πρόθεσης του Αγίου Αθανασίου Γυφτοχωρίου (1852) απεικονίζεται η Αποκαθήλωση του Χριστού με τη Θεοτόκο, τη Μαρία τη Μαγδαληνή, τον Θεολόγο και τον Λογγίνο.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- Καραγιάννης, Λαϊκή Ξυλογλυπτική στα Πουγκάκια 12-15.
- Καραγιάννης, ό.π. 12-15.
- Β.Κ. Κανέλλος, Γραμμένη Οξυά (Σιτίστα).Ιστορία- Λαογραφία, Λαμία 2009 ,101.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Στην κόγχη της πρόθεσης του Αγίου Νικολάου Χαλίλης (1860) απεικονίζεται επίσης η Αποκαθήλωση. Στον τρούλο και στην κόγχη του Ιερού στην Κοίμηση Παλαιοβράχας (1875) παριστάνονται αντίστοιχα, με άτεχνη επιζωγράφιση, ο Παντοκράτορας, οι Προφήτες και οι τέσσερις Ευαγγελιστές, η Πλατυτέρα, η Κοινωνία των Αποστόλων και οι συλλειτουργούντες Ιεράρχες. Τέλος στον τρούλο της Κοίμησης της Θεοτόκου στα Πουγκάκια (1895) απεικονίζεται ο Παντοκράτορας στο θόλο, ολόσωμοι Προφήτες στο τύμπανο και οι τέσσερις Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα (Εικ. 28). Φαίνεται πως και η ορεινή περιοχή της Σπερχειάδας εντάσσεται στο γενικότερο οικονομικό κλίμα της εποχής, που δεν ευνοεί την παραγγελία πολυδάπανων τοιχογραφημένων συνόλων από το θρησκευόμενο, αλλά με πενιχρές οικονομικές δυνατότητες, εκκλησιαστικό ποίμνιο της εποχής.
Αντίθετα, αυξημένη είναι η παραγωγή των φορητών εικόνων, η δαπάνη των οποίων ήταν περισσότερο προσιτή στα περιορισμένα οικονομικά των κατοίκων της περιοχής. Καταγράφηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός φορητών εικόνων σε όλους σχεδόν τους ναούς της περιοχής, πολλές από τις οποίες αποτελούν ενυπόγραφα έργα, γνωστών αγιογράφων που εργάστηκαν στον ευρύτερο χώρο της Φθιώτιδας και της Ευρυτανίας59. Τα περισσότερα έργα, όπως συνηθίζεται στην εποχή αυτή, φέρουν εκτός από την υπογραφή του καλλιτέχνη και τη χρονολογία εκτέλεσής τους. Στις περιπτώσεις που οι δεσποτικές εικόνες κάποιου ναού αποτελούν δημιούργημα του ίδιου καλλιτέχνη, υπογραφή φέρουν άλλοτε όλες, άλλοτε δύο ή τρεις και συχνά μόνο η μία.Διασώζονται τα ονόματα είκοσι τουλάχιστον επώνυμων αγιογράφων. Ανάμεσα στους παλαιότερους ξεχωρίζουν ο Κωνσταντίνος που ζωγραφίζει στα 1838 δύο εικόνες στον Άγιο Αθανάσιο Γαρδικίου60 και ο Γεώργιος Δ. Ζωγράφος
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
62.Γενικά για την αγιογραφία στη Φθιώτιδα βλ- Π.Ι-.Βασιλείου << Ανηγέρθη ο πάνσεπτος και ιερός ούτος ναός >> Φθιώτις 4 (1958 22. Ι.Κ. Λαθύρης << Ο ταπεινός αγιογράφος της τουρκοκρατίας >> Φθιωτική Σκέψη 3,4 ( (Μάιος,Αύγουστος 1979 ) 183-185 . Αιμ. Οθρυώτης << Φθιωτική Αγιογραφία >> Φθιωτικά Χρονικά 1 ( Λαμία 1980 ) 74-78 . Δ. Θ. Νάτσιος << Φθιωτική Αγιογραφία >>. Φθιωτικά Χρονικά 1 Λαμία 1980.- Γ- Λαθύρης << Λησμονημένοι λαϊκοί αγιογράφοι >> (Συμβολή στην ιστορία της Φθιωτικής Αγιογραφίας ) Φθιωτικά Χρονικά 2( Λαμία 1981 ) 140-141. Αλ. Κάιλας. << Αγιογράφοι της Φθιώτιδας από τον 17ο αι. μέχρι σήμερα >> Φθιωτικός Λόγος 1 ( Δεκέμβριος 1991 ) 19-25. Ν. Γραίκος, ( Ο ζωγραφικός χώρος στην ελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική '19ος , αρχές 20ου αι.)στοιχείο συνέχειας ή ασυνέχειας της παράδοσης ; ), στο Α΄ Επιστημονικό Συμπόσιο της Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης ( Β΄ Αμφιθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 14,15 Μαρτίου 2008 ) Πρακτικά, Αθήνα 2009 268-269
- Στην εικόνα με τους Τρεις Ιεράρχες σώζεται επιγραφή με την υπογραφή του. ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ0838 ΧΕΙ (Ρ) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ενώ στην πάριση εικόνα με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Θεόδωρο μόνο η χρονολογία 1838
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
που υπογράφει στα 1854 τη μεγάλη εικόνα με την Κοίμηση της Θεοτόκου στον Άγιο Αθανάσιο Γυφτοχωρίου61. Σημαντικό και μεγάλο έργο άφησαν ο Ιωάννης Αναγνώστης Ζωγράφος από τα Γρεβενά ή Γρεβενίτης και οι γιοι του Αναστάσιος και Δημήτριος62. Η οικογένεια Γρεβενίτη δραστηριοποιήθηκε αρχικά στη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, όπου πατέρας και γιοι εκτέλεσαν πλήθος παραγγελιών για ναούς της περιοχής, όπως για την Αγία Τριάδα, τον μητροπολιτικό ναό του Καρπενησίου63, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στα Πουγκάκια. Το εργαστήριό τους ήταν παραγωγικότατο και τα υπογεγραμμένα έργα τους στην περιοχή καλύπτουν την περίοδο από το 0855 έως και το 090364 (Εικ. 29). Ακολουθούν με σειρά ενυπόγραφων έργων σε ναούς της ευρύτερης περιοχής της
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
64.Δέηση του δούλου του θεού Καλινίκου ιερομονάχου εκ κόμης Γιφτοχόρι 1854 // διά χειρός Γεωργίου Δ. Ζωγράφου.
- Οθρυώτης, Φθιωτική Αγιογραφία,75. Κάιλας, Αγιογράφοι της Φθιώτιδας,21-22 Γραίκος, Ζωγραφικός χώρος,268.
- Ο Ιωάννης Γρεβενίτης υπογράφει στην Αγ.Τριάδα τις δεσποτικές εικόνες του 1843, τις εικόνες Δωδεκαόρτου και την εικόνα των Τριών Ιεραρχών του 1855, τη δεσποτική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα από την παλαιά εκκλησία της Παναγίας του 1862, και τις τοιχογραφίες του 1866, ενώ οι γιοι του τις νεώτερες τοιχογραφίες των 1895 και 1896. ( Π. Ι. Βασιλείου
Η εκκλησία Αγ. Τριάδα του Καρπενησίου. Αθήνα 1962,60-66, εικ. 37,40-41,43,46,48,51 )
Ενυπόγραφα έργα του Ιωάννη βρίσκονται στην Αγία Παρασκευή Δομιανών, του 1858 ( Π.Ι.Βασιλείου, Η Παναγία Δομνιανίτισσα+ Αθήνα 1959,10 ) και στην Αγία Παρασκευή Κομποτάδων των 1888 και 1889 ( Λαθύρης, Λαϊκοί αγιογράφοι 141)
- Ο Ιωάννης υπογράφει στα 1855 στον Αγ. Νικόλαο Πουγκακίων τις δεσποτικές εικόνες με τον Παντοκράτορα ΕΓΕΝΕΤΟ 1855 ΙΟΥΝΙΟΥ 25 Δια χειρός Αναγνώστου Ι. Ζ. Γρεβενών // ΕΖΩΓΡΑΦΙΣΘΕΙ Δια ΒΟΗΘΗΑ ΤΩΝ ευσεβών Χριστιανών της χώρας Π. Κ. και τους Τρεις Ιεράρχες 1855. χειρός Ιω. Ζ. Γρεβενών ιουνήου 127. Ο Αναστάσιος υπογράφει στα 1861 στον Άγ. Νικόλαο Χαλίλης τη δεσποτική εικόνα με τον άγιο Νικόλαο και σκηνές του βίου του. Εγένετο Δαπάνη, των συνδρομιτών του χωριού Χαλίλης1861 // Διά χειρός Αναγνώστου Ζωγράφου και Αναστασίου εκ Γρεβενών, στα 1869 στο ξωκκλήσι του Αγ. Γεωργίου Μπρούφλιανης την εικόνα με τον άγιο Γεώργιο. Γεώργιος Γεραντώνη 1869. Α. Ζωγράφος εκ Γρεβενών,στα 1875 στον Άγ. Αθανάσιο Καναλίων την εικόνα προσκυνηταρίου με τον άγιο Αθανάσιο.
ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ. ΣΗΛΕΒΙΣΤΑΣ // απριλίου 10 / 1875 Δια χηρός Αναστ. Ιω. Ζωγράφου, στα 1878 στον Άγ. Ιωάννη το Θεολόγο Στάγιας την εικόνα
με τον άγιο Χαράλαμπο. Κατηξιώθης, Χαράλαμπε, εκ ξίφους και λαμπρότητος και χαράς των Μαρτύρων // 1878 Σεπτεμβρίου 2 εκ χειρός Αναστ. Ιω. Ζωγράφου, στα 1881 στο ξωκλήσι της
Κοίμησης της Θεοτόκου Νικολιτσίου τη δεσποτική εικόνα με τον Πρόδρομο. ΔΑΠΑΝΗ του Ιω.Λ.ΖΗΣΙΜΟΥ την 5 Νοεμβρίου 1881 και δια χειρός Α.Ι. Ζωγράφου, στα 1882 στον ενοριακό
ναό της Αγ. Παρασκευής Σπερχειάδας την εικόνα με την Κοίμηση της Θεοτόκου, που προέρχεται από το παλαιό ξωκλήσι της Κοίμησης της Θεοτόκου Γόργιανης. Διά χειρός Αναστασίου
Ιω(άννου) / Ζωγράφου εκ Γρεβαινών // (Δαπ)άνη Α(π)οστόλη/ Z…( άκη και εις μνημό(συνον) . Ιουνίου 12- 1882, στα 1888 στον Άγ. Νικόλαο Μπρούφλιανης την εικόνα προσκυνηταρίου με τον άγιο Νικόλαο. ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗ Γεωρ. Ευστ. ΓΕΡΑΝΤΩΝΙΣ/ . Έργον Αναστασίου Ιω. Ζωγράφος την 15 Απριλίου 1888, τέλος στα 1894 ο Αναστάσιος υπογράφει μαζί με τον Δημήτριο στον Άγ- Αθανάσιο Γαρδικίου την εικόνα με τον άγιο Δημήτριο. Άπασα η εργασία της
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σπερχειάδας ο Δημήτριος Ιωάννου Ζωγραφίδης (μνεία 1872)65, ο Νικόλαος Δημητρίου Σαρρής ή Παπα-Νικόλαος Σαρρής από το Νεοχώρι Τυμφρηστού (μνείες 1876 και 1891)66 (Εικ. 30), ο Γρηγόριος Κοιρανίτης, ιερομόναχος από τη Σκόπελο (μνεία 1880)67, ο Αποστόλης Κυρίτζης (μνεία 1877)68, ο Χ. Μάθος από την Ήπειρο (μνεία 1893)69, ο αυτοδίδακτος αγιογράφος Βασίλης Μπακογιάννης από τη Φτέρη (μνείες 1903, 1904 και 1906)70 (Εικ. 31), ο Αθανάσιος Αποστολίδης ο Μακεδόνας από το Λέχοβο της Φλώρινας (μνείες 1906, 1914, 1918, 1921 και 1938)71, ο Κομνάς Παπαγιαννάκος, κουνιάδος του Αποστολίδη (μνεία 1929)72, ο Σίμων Δ. Σίμος από την Υπάτη (μνείες 1911 και 1912)73 (Εικ. 32) και ο Γιώργος Σαραφιανός από τη Σιάτιστα (μνείες 1916 και 1926)74. Σημαντική παραγωγή φορητών εικόνων σε τσίγκο άφησε σε πολλούς ναούς της περιοχής ο γραμματοδιδάσκαλος, ιστορικός και αυτοδίδακτος αγιογράφος από τη Φτέρη, Γεώργιος Νικολάου Τσιούστας (1871-1956) (Εικ. 33)75.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ζωγραφικής χρωματισμού και χρυσωμάτων εγένετο δια χειρός . Αδελφών Αναστ. και Δημ. Γρεβενίτου 1894 Οκτωβρίου 8. Ο Δημήτριος υπογράφει στα 1898 μεγάλη δεσποτική εικόνα με
τον Πρόδρομο, που φυλάσσεται σήμερα στο ξωκκλήσι του Αγ. Πνεύματος Λευκάδας. Διά Δαπάνης Ιω. Γ. (….) σα 1898 Φεβρουαρίου 8 // Έργον Δημ. Ιω. Γρεβενών, στα 1092 στον Άγ. Νικόλαο Χαλίλης την εικόνα με τον άγιο Γεώργιο. Έργον Δ.Ι. Γρεβενίτου 1902, στα 1904 στην Κοίμηση της Θεοτόκου Πουγκακίων τη δεσποτική εικόνα με τους αγίους Χαράλαμπο και Τρύφωνα. 1904 Ιουνίου 10 Έργον Δ. Ι. Γρεβενίτου, τέλος στα 1913 στον Άγ. Αθανάσιο Καναλίων την παράσταση με τον ένθρονο Χριστό Παντοκράτορα του δεσποτικού θρόνου. Εν Αγιάννη τη 22 Απριλίου 1913. Έργον Δ.Ι.Γρεβενίτου.
- Υπογράφει στα 1872 στον Άγ. Ιωάννη το Θεολόγο Στάγιας τις δεσποτικές εικόνες με τον Πρόδρομο. Δέησις του δούλου του θεού Ευσταθίου Κωνσταντίνου Πουγγάκι τη 7 Αυγούστου 1872 δια χειρός Δ. Ι. Ζωγραφίδου και τον άγιο Νικόλαο. Δαπάνη των κατοίκων Στάγιας χειρ Δ.Ι.Ζωγραφίδης.
- Έδρασε κυρίως στην Ευρυτανία, αλλά έργα του σώζονται διάσπαρτα και σε ναούς της Φθιώτιδας ( Οθρυώτης, Φθιωτική Αγιογραφία 76 . Κάιλας, Αγιογράφοι της Φθιώτιδας 22 ).
Υπογράφει στα 1876 στον Άγ. Αθανάσιο Γυφτοχωρίου την εικόνα με τον άγιο Αθανάσιο. Δέησις του δούλου του θεού Κων/νος κουβέλι 1876 // . Έργον Νικ Δ. Σαρρή και στα 1891
στον Άγ.Νικόλαο Μπρούφλιανης τις δεσποτικές εικόνες με τον άγιο Αθανάσιο. Δαπάνη Αθανασίου Β.Βαλατσού. Έργον Παπανικολάου Σαρρή 1891 και τον άγιο Σπυρίδωνα. Δαπάνη Σπυρίδωνος Γεραντώνη 1891 υπό Παππανικολάου Σαρρή.
- Στα 1880 υπογράφει στην Κοίμηση της Θεοτόκου Κολοκυθιάς την εικόνα με τον άγιο Αλέξανδρο. Έργον Γρηγορίου ιερομονάχου Κοιρανίτου εκ Σκοπέλου 1880.
- Στα 1877 υπογράφει στον Άγ. Νικόλαο Κυριακοχωρίου τη δεσποτική εικόνα με τον Παντοκράτορα.1877 Ιουλίου 14 χειρ Αποστόλι – Κυριτζή. Έργο του είναι και η δεσποτική με
τη Θεοτόκο Οδηγήτρια-.
- Στα 1893 υπογράφει στον Άγ. Νικόλαο Μπρούφλιανης τη δεσποτική εικόνα με τον άγιο Νικόλαο. Έργον Χ. Μάθου ο εξ- Ηπείρου Φ(εβρου)αρίου 29 1893.
- Υπογράφει έργα του στον Αγ. Βασίλειο Φτέρης, που ανέγειρε ο ίδιος στα 1903-1904 όπως την εικόνα με τον Μυστικό Δείπνο. Μπακογιάννης και στις θύρες της Πρόθεσης με τον
αρχάγγελο Μιχαήλ και του Διακονικού με τον αρχάγγελο Γαβριήλ. υπό Β. Μπακογιάννη 1906 ( Σταμοκώστας, Φτέρη 305 )
- Έδρασε στη Φθιώτιδα μέχρι το 1926 και έργα του σώζονται διάσπαρτα σε εκκλησίες της περιοχής, όπως εικόνες στους Ταξιάρχες Μεξιατών και στον Άγ. Αθανάσιο Ομβριακής ( Οθρυώτης, Φθιωτική Αγιογραφία 77 ) και τοιχογραφίες στην παλαιά εκκλησία του Αγ. Χαραλάμπους Ραχών ( Κάιλας , Αγιογράφοι της Φθιώτιδας 23 ). Στα 1908 αγιογραφεί σε τσίγκο τις τρεις δεσποτικές εικόνες στην Αγ. Παρασκευή Παλαιοβράχας και υπογράφει αυτήν με τη Θε,
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αποστολίδη 'μνεία (1929) 75, ο Σίμων Δ. Σίμος από την Υπάτη
( μνείες 1911 και 1912 )76 ( Εικ- 32 ) και ο Γιώργος Σαραφιανός από τη Σιάτιστα ( μνείες 1916 και 1928 )77. Σημαντική παραγωγή φορητών εικόνων σε τσίγκο άφησε σε πολλούς ναούς της περιοχής ο γραμματοδιδάσκαλος, ιστορικός και αυτοδίδακτος αγιογράφος από τη Φτέρη, Γεώργιος Νικολάου Τσιούστας ( 1871-1956 ) ( Εικ- 33 )78.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
οτόκο Οδηγήτρια. Δαπάνη Νικολάου Φαλιά εις βοήθειαν αυτού. Έργον Αθ. Αποστολίδου εν Λαμία 1908. Στα 1914 υπογράφει στους Αγ. Πάντες Γαρδικίου τη δεσποτική εικόνα με τους
αγίους Πάντες. Δαπάνη Κων. Γαρδίκη ιατρού. Έργον Αποστολίδου εν Λαμία 1914, στα 1918 εκτελεί το Δωδεκάορτο και τις δεσποτικές εικόνες στον Άγ.Αθανάσιο Γαρδικίου και υπογράφει αυτές με τον Προφήτη Ηλία. Δαπάνη Αδελφών Ηλία Κων/νου και Νικολάου Γρηγ. Κόλλια. Έργον Αθ. Αποστολίδου Λαμία, τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Εις μνήμην Κων.Βλαχάκη και
Δημ.Τσαντζάλου Ανατίθησιν Ευφροσύνη Κωνστ.Βλαχάκη και Σοφία Δημ.Τσαντζάλου.Έργον Αθ.Αποστολίδη και τους αγίους Σπυρίδωνα, Νικόλαο και Χαράλαμπο. ΔΑΠΑΝΗ
ΚΩΝ.Δ.ΒΑΡΣΑΜΗ ΣΠΥΡ.Ν.ΤΣΙΤΣΙΜΠΑΚΟΥ Έργον Αθ. Αποστολίδη, στα 19210 στο ξωκλήσι του Αγ.Γεωργίου Πουγκακίων την εικόνα προσκυνηταρίου με τον άγιο Γεώργιο. ΔΑΠΑΝΗ ΜΑ—ΑΣ Δ. ΜΑΥΡΙΚΟΥ 1921. Έργον Αποστολ( ίδου) και τέλος στα 1938 στον Άγ.Δημήτριο (Παλαιοημερολογιτών) Πουγκακίων την εικόνα με τη Θεοτόκο Οδηγήτρια. ΔΑΠΑΝΗ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΕΡΗ ΕΞ ΑΘΗΝΩΝ.Έργον Α.Αποστολίδου Αθήναι 1938.
- Στα 1929 ζωγραφίζει στους Αγίους Αποστόλους Πιτσίου τις δεσποτικές εικόνες και υπογράφει αυτήν με τον Παντοκράτορα. ΔΑΠΑΝΗ ΑΝΔΡ.Π.ΚΑΛΤΣΑ 1929. ΕΡΓΟΝ Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗ
( Οθρυώτης, ό.π. 77. Κάιλας, ό.π. 23 )
- Υπογράφει στα 1911 στο ξωκκλήσι του Αγ.Νικολάου Γυφτοχωρίου τις εικόνες με τον άγιο Νικόλαο. Σίμος 1911 τη Θεοτόκο. Σ.Δ.Σίμος 1911, τον Παντοκράτορα. Σ.Δ. Σίμονος
1911 τον Πρόδρομο. Σ.Δ.Σίμος 1911 τον άγιο Σεραφείμ. Ο Άγιος Σεραφείμ των Αγράφων του Φαναρίου και Νεοχωρίου // Έργον Σίμ.Δ.Σίμου Εν Υπάτη τη 28 Οκτωβρίου 1911 και τον άγιο Δημήτριο. Έργον Σίμωνος Δ.Σίμου 1911, στα 1912 στους Ταξιάρχες Μαρμάρων την εικόνα προσκυνηταρίου με τη Σύναξη των Αρχιστρατήγων. Έργον Σίμωνος Δ.Σίμου. Εν Υπάτη τη 23Ιουλίου 1912. Για άλλα ενυπόγραφα έργα του, βλ. Οθρυώτης. o.π. 76. Κάιλας. ο.π. 23.
77.Πρόκειται για αξιόλογο αγιογράφο, που σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, εγκαταστάθηκε στη Στυλίδα και έδρασε κυρίως στη Λαμία, όπου δημιούργησε εργαστήρι ζωγραφικής
και αγιογραφίας ( Οθρυώτης, ό.π. 77-78. Κάιλας. ο.π. 23. Στα 1912 υπογράφει στο ξωκλήσι του Αγ.Αθανασίου Κάτω Καλλιθέας την εικόνα με τον άγιο Νικόλαο. Γ.Σαραφιανός, Λαμία 1916 και στον Άγ.Αθανάσιο Γαρδικίου την εικόνα με τους αγίους Θεοδώρους. Δαπάνη Νικολάου Π. Παπανάγνου Γ. Σαραφιανός Λαμία 1916. Δέκα χρόνια αργότερα υπογράφει στον Άγ.Νικόλαο
Μπρούφλιανης τη δεσποτική εικόνα με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Γ.Σαραφιανός 1926.
- Έργα του αποθησαυρίζονται σε αρκετές εκκλησίες των ορεινών χωριών της περιοχής, όπως στο Κυριακοχώρι, στο Νικολίτσι και στη Γραμμένη Οξυά (Οθρυώτης, ό.π. 76. Κάιλας,
ο.π- 23-24. Σταμοκώστας, Φτέρη 73-74 ) Ενυπόγραφο έργο του αποτελεί η εικόνα προσκυνηταρίου με τον Χριστό Παντοκράτορα σε τσίγκο σήμερα στο ξωκκλήσι του Προδρόμου Κάτω
Καλλιθέας, άλλοτε στον ενοριακό ναό του Αγ.Γεωργίου. Αφιέρωμα Βασιλείου Κυρ.Τσιτσία ( αντί δραχμών) Γ.Ν.Τ.
Ο Τσιούστας στην Κοίμηση της Θεοτόκου Παλαιοβράχας υπογράφει με σχόλια τις δεσποτικές εικόνες με τον Παντοκράτορα. Δαπάνη Κωνσταντίνου Δ.Γεωργίου.
Γ.Ν.Τσιούστας 19 — και την Κοίμηση. Δαπάνη Γεωργίου Ράπτη. Σύνθεσις και εικονογραφία υπό Γ.Ν.Τσιούστα. Εν Φτέρη 1921. Επιτρέπεται φωτογράφησης ή οιαδήποτε αντιγραφή της
Μάλιστα, σε δεσποτική εικόνα με την αγία Τριάδα, στο ξωκκλήσι του Αγίου Πνεύματος στη θέση Ινδρίζη Λευκάδας76, υπογράφει μαζί με την κόρη του Κωνσταντία80. Καταγράφηκε και μία περίπτωση χρυσοπλέκτη εικόνων, αυτή του Ιωάννη Α. Αναστασόπουλου από την Πέρα Χομίργιαννη (Ανατολή) (μνεία 1925)81.
Πολλές δεσποτικές εικόνες και σχεδόν όλες οι εικόνες προσκυνηταρίων κάθε ναού συνοδεύονται από αφιερωματικές επιγραφές ή δεήσεις μεμονωμένων ατόμων ή οικογενειών, αλλά και ομάδων. Στις δεήσεις των επιγραφών αναγνωρίζονται όλες οι γνωστές σπερχειαδίτικες οικογένειες και η συχνότητα των αφιερώσεων διασαφηνίζει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την κοινωνική και οικονομική διαστρωμάτωση της περιοχής την εποχή αυτή82. Συνάμα όμως, ανεξάρτητα από το αν οι αφιερώσεις συνοδεύουν μεγάλες δεσποτικές ή προσκυ-νηματικές εικόνες σχετικά εύπορης χορηγίας είτε μικρού μεγέθους φορητές εικόνες ταπεινότερης χορηγίας, αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, την ευσέβεια και την ακλόνητη πίστη των Σπερχειαδιτών. Κάποιες μάλιστα αφιερωματικές δεήσεις αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες για ιστορικές ενθυμήσεις783.
πρωτοτυπίας του παρόντος σχεδίου, μόνον κατόπιν εγγράφου αδείας του εκπονήσαντος υπογεγραμμένου, Γ.Ν.Τσιούστας. Δικό του σχόλιο σώζεται και στην εικόνα προσκυνηταρίου με την
Κοίμηση της Θεοτόκου στον ενοριακό ναό της Κοίμησης Νικολιτσίου. Με μίαν μόνην εικόνα/ την παρούσαν δύναται /να γίνη λειτουργία / Απαγορεύεται η αντιγραφή // Δαπάνη Δημητρί
ου Τ.Καϊδαντζή.Ο Γεώργιος Τσιούστας έγραψε βιβλίο για την ιστορία της Φτέρης το 1893, που ξανάγραψε το 1950 μετά την καταστροφή των χειρογράφων του στην πυρπόληση της οικίας του από τους Γερμανούς το 1944.
- Το ξωκκλήσι του Αγ.Πνεύματος ανεγέρθηκε στο πρώτο μισό του 20ού αι. στη θέση παλαιότερου ναού μεγαλύτερων διαστάσεων,όπως προκύπτει από το μέγεθος των δεσποτικών ει
κόνων του 19ου αι. που φυλάσσονται συγκεντρωμένες στο εσωτερικό του. Επιπλέον το γεγονός ότι η θέση Ινδρίζη απέχει περίπου 1-2 χλμ. δυτικά της θέσης Κεραμίδι στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού Νεοχωρακίου του τ. Δήμου Αγίου Γεωργίου, όπου εντοπίζεται επιφανειακή κεραμική, καθώς επίσης και η γειτνίασή της, λίγο δυτικότερα, με τη θέση Τουρκομνήματα υποδεικνύουν την ύπαρξη στη γύρω περιοχή οικισμού μεταβυζαντινών χρόνων.
- Η επιγραφή που συνοδεύει την εικόνα περικλείει ένα συγκινητικό πατριωτικό χαρακτήρα. Εργασία Γ.Ν. Τσιούστα και Κωνσταντίας Γ. Τσιούστα. Εν Φτέρη κατά Φθινόπωρον 1943
και ετελείωσεν αρχάς Ιανουαρίου 1944 εν διωγμώ παρά των κατακτητών // Πατριωτική έμπνευσις εφαρμογής εκ του ιερού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.
- Ο Αναστασόπουλος στα 1925 στον Άγ. Νικόλαο Χομίργιαννης εκτελεί και υπογράφει τις εικόνες με τον προφήτη Ηλία. Δαπάνη Ηλία Γ. Ανδρίτσου εγένετο υπό του χρυσοπλέκτου
Ιωάν. Α. Αναστασόπουλου Π. Χομίργιαννη 11.7.1925 και την αγία Σοφία με τις τρεις θυγατέρες της. Η δαπάνη εκ του ταμείου ( (αγίας Σοφίας )) έργον του χρυσοπλέκτου Ι. Α. Αναστασοπούλου Π. Χομίργιαννη 2.11.1925. Την ίδια χρονιά υπογράφει στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία Μπρούφλιανης την εικόνα με τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο. Η δαπάνη Ιωάννου ιερέως
εγένετο υπό του χρυσοπλέκτου Ι. Α. Αναστασο(πού)λ(ου) Π. Χομίργια(νν)η 1925.
- Μ.Δ. Πολυβίουν (( Οι φορείς της ναοδομικής δραστηριότητας στο Πήλιο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα (1700-1881 ) )). Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση VI ( 1453-1850 ) Αθήνα 2002 ,165-166.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας, αν και ενδεικτικά, φωτίζουν την εκκλησιαστική τέχνη της Σπερχειάδας από το 1830 έως το 1940. Την περίοδο αυτή, καταγράφεται μία δυναμική έκφραση του κοινοτικού εκκλησιαστικού πνεύματος στην ορεινή περιοχή της Σπερχειάδας, που αποτυπώνεται στην ανέγερση πολλών ναών στους πολυπληθέστερους οικισμούς (Παλαιοβράχα, Αγά, Γαρδίκι, Σέλιανη, Κυριακοχώρι) και στα περίχωρά τους. Η ανέγερση των ναών καλύπτεται πρώτιστα από εράνους και δωρεές, ενώ συνεισφέρουν και ελάχιστοι επώνυμοι χορηγοί. Από τους 95 ναούς που καταγράφηκαν 39 είναι ενοριακοί ή κοινοτικοί, 11 κοιμητηριακοί, 4 ανεγέρθηκαν στη θέση παλαιότερων, ένας είναι ιδιωτικός80 και 40 ξωκκλήσια (Εικ. 34).
Η Σπερχειάδα εντάσσεται αρχιτεκτονικά στην ελλαδική σχολή, όπως αυτή απαντά στην Ευρυτανία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, και λόγω της θέσης της, δέχεται άμεσες επιρροές από τα γύρω αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα, τη Λαμία και το Καρπενήσι, ενώ ηπειρωτικές συντεχνίες στην αρχή και ντόπιες στη συνέχεια εργάζονται συχνά για την εκτέλεση των τοπικών έργων. Οι αρχιτεκτονικοί τύποι που εμφανίζονται κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αι. είναι οι πλέον συνήθεις για την εποχή. Γίνεται φανερή προσπάθεια για ανάδειξη των εξωτερικών επιφανειών των ναών, με τη συμμετρική παράθεση των ανοιγμάτων, την παρουσία λιθανάγλυφων και την επιμελημένη κατασκευή των επί μέρους μορφολογικών στοιχείων. Συγχρόνως το εσωτερικό των ναών κοσμείται με ξυλόγλυπτα περίτεχνα ή λιτά τέμπλα (Εικ. 35), άμβωνες, αρχιερατικούς θρόνους, προσκυνητάρια και ποικίλλεται με πολύχρωμες ξύλινες οροφές, έργα φιλοτεχνημένα από επώνυμους και ανώνυμους, Μετσοβίτες αρχικά και ντόπιους στη συνέχεια, μάστορες.
Οι ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες, που υπάρχουν για τα ισνάφια των κτιστών, λιθοξόων και ταγιαδόρων που εργάστηκαν την εποχή αυτή στην περιοχή81, πλουτίζονται με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- Τρία αδέλφια δαπάνησαν για την κατασκευή της δεσποτικής εικόνας των Δώδεκα Αποστόλων στους Αγ. Αποστόλους Πιτσίου και την αφιέρωσαν ως μνημόσυνο ψυχικής σωτηρίας
της μητέρας τους και του αδελφού τους που φονεύθηκε στη μικρασιατική καταστροφή του 1922 .ΔΑΠΑΝΗ ΠΑΝ. Κ. ΕΥΑΓΓ. ΚΩΝ. ΤΣΑΚΑ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΩΝ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓ. ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΟΣ ΕΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 1922.
- Ο Άγ. Ιωάννης Θεολόγος στο κτήμα Μηνογιάννη, πέρασε πρόσφατα στην κυριότητα του κ. Γεωργίου Κυρίτση ( Κανέλλος, Σπερχειάδα 19. Κανέλλος, Ο Γουλινάς 104 ).
- Καραγιάννης, Λαϊκή ξυλογλυπτική στα Πουγκάκια 12-14. Ο Ευθυμίου αναφέρει ως ταγιαδόρο τον Ιωάννη Καραναστάση ή Ζωγράφο από την Ήπειρο, ο οποίος εργάστηκε στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Φθιώτιδας ( Ευθυμίου, Ξυλόγλυπτο τέμπλο Αγίου Νικολάου Ζιώψης 13-16 ) Ο Κανέλλος αναφέρει οικογένειες μαστόρων από τη Σιτίστα ( Γραμμένη Οξυά ) που εργάστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Σπερχειάδας
( Κανέλλος, Γραμμένη Οξυά 100-103 )
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημαντικό για την ιστορία της τοπικής αρχιτεκτονικής είναι η ύπαρξη ακριβώς χρονολογημένων από επιγραφές ναών, έντεκα του 19ου και εννέα του πρώτου μισού του 20ού αι., οι οποίοι μπορούν ν’ αποτελέσουν στοιχείο σύγκρισης για την έμμεση χρονολόγηση και των άλλων ναών της ευρύτερης περιοχής82.
Την ίδια περίοδο πολλοί από τους ναούς που ανεγείρονται στις κωμοπόλεις, τα χωριά και την ύπαιθρο, κοσμούνται με φορητές εικόνες και σε τρεις μόνο περιπτώσεις με τοιχογραφίες, κυρίως από επώνυμους αγιογράφους, καταξιωμένους και σε άλλες πόλεις της περιοχής, τη Λαμία, το Καρπενήσι, τη Στυλί-δα, το Δομοκό. Η παρουσία οικογενειακών ζωγραφικών εργαστηρίων, των Γρεβενιτών, αγιογράφων από τη Μακεδονία, την Ήπειρο ακόμη και τη Σκόπελο αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι, μετά την Απελευθέρωση και πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αγιογράφοι από την αλύτρωτη ακόμη Ελλάδα περιοδεύουν στην ελεύθερη Ρούμελη και τον Μοριά για να διακονήσουν την ιερή τέχνη τους και να παράγουν έργα πίστης και δέησης για κοινότητες και μεμονωμένους πιστούς. Πολλοί από αυτούς αποφασίζουν να μείνουν μόνιμα στην περιοχή, όπως αποδεικνύεται από την απογραφή, ύστερα από διαταγή του Υπουργείου Εξωτερικών προς την Αστυνομική Διεύθυνση Φθιωτιδοφωκίδας, των διαμενόντων Δυτικομακεδόνων το 191083. Ανάμεσα στους απογραφέντες συμπεριλαμβάνεται και ο αγιογράφος Αθανάσιος Αποστολίδης84 από το Λέχοβο της Φλώρινας, φημισμένο μαστοροχώρι85. Δίπλα τους εξασκούν τη λίγη, μέτρια ή ικανή τέχνη τους ντόπιοι αγιογράφοι, αυτοδίδακτοι ή με μαθητεία, υπογράφοντας τα έργα τους και δηλώνοντας περήφανα την καταγωγή τους. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα συνδέονται με δεσμούς αίματος, συγγένειας ή μαθητείας. Όλοι τους κινούνται στην περιφέρεια των καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής τους που αρέσκονται στη φυσιοκρατική απόδοση των μορφών, χωρίς όμως κάποιοι να ξεκόβουν τελείως από την αυστηρότητα και το ήθος της μεταβυζαντινής αγιογραφίας. Στη μέτρια τέχνη τους είναι εμφανείς τόσο οι επιδράσεις από τη ρωσική αγιογραφία της εποχής τους, όσο και τα σημάδια του δυτικότροπου κλίματος της «ναζαρηνής» λεγόμενης σχολής86.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- Αξιοπρόσεκτη είναι η διαδοχική ανέγερση των ναών Κοίμησης της Θεοτόκου Γόργιανης ( 1860 ) Αγ. Νικολάου Χαλίλης ( 1860 ) Αγ. Αθανασίου Αρχανίου ( 1861 ), και Αγ.
Νικολάου Γραμμένης ( 1862 ). Η ομοιομορφία της τυπολογίας, κυρίως των τριών τελευταίων, υποδηλώνει την κατασκευή τους από το ίδιο, πιθανότατα ηπειρωτικό, συνεργείο.
- Γ. Τουσίμης, (( Εγκατάσταση και επαγγελματικές παραδοσιακές επιδόσεις Δυτικομακεδόνων στη Φθιώτιδας στις αρχές του αιώνα μας )), στο. Α΄ Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών.
Γλώσσα , Ιστορία , Λαογραφία ( Λουτρά Υπάτης 27-29 Απριλίου 1990 ) . Πρακτικά, Λ. Υπάτης , Λαμία 1993, 249-267.
- Οθρυώτης, Φθιωτική Αγιογραφία 77. Κάιλας, Αγιογράφοι της Φθιώτιδας 23.
- Το Λέχοβο παραμένει μέχρι τις μέρες μας ένα από τα λίγα μαστοροχώρια, όπου εδρεύει,από το 1914, το (( Εθνικό σωματείο οικοδόμων και λοιπών επαγγελματικών Λεχόβου. Ο Άγιος Παντελεήμων )), ένα από τα πρώτα δέκα συνδικαλιστικά όργανα που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα.
Μέσα από την έρευνα διαπιστώθηκε και η προτίμηση των πιστών της Σπερχειάδας στη λατρεία συγκεκριμένων θείων προσώπων. Από τους 95 ναούς, δεκαέξι είναι αφιερωμένοι στο Άγιο Νικόλαο, έντεκα στην Κοίμηση της Θεοτόκου, εννέα στον Προφήτη Ηλία, από οκτώ στην Αγία Παρασκευή και στον Άγιο Γεώργιο, πέντε στον Άγιο Αθανάσιο και από τέσσερις στους Αγίους Δημήτριο, Ιωάννη τον Πρόδρομο, Κωνσταντίνο και Αγία Τριάδα.
Στην παρούσα δημοσίευση επιχειρήθηκε να συστηματοποιηθούν τα πρώτα ενδεικτικά συμπεράσματα για την αρχιτεκτονική των ναών του 19ου αι. της ευρύτερης περιοχής της Σπερχειάδας, το ζωγραφικό και γλυπτό τους διάκοσμο, όπως διαμορφώθηκαν με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες και ανάγκες87, αλλά και σε συνάφεια με τις επιρροές που δέχτηκαν από άλλες, κυρίως όμορες, περιοχές του ελλαδικού χώρου, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, και από τα πλησιέστερα αστικά κέντρα, τη Λαμία και το Καρπενήσι. Η επιμελημένη κατασκευή των ναών και των ξωκκλησιών, ο μεγάλος αριθμός τους, καθώς και ο πλούτος των διατηρούμενων εκκλησιαστικών κειμηλίων στοιχειοθετούν μία σχετικά αξιόλογη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στην περιοχή της Σπερχειάδας, που ευνόησε την κινητικότητα και τη δραστηριοποίηση - αν και στο πλαίσιο μιας συντηρητικής παραδοσιακής τεχνοτροπίας - πολλών τεχνιτών είτε από τον ηπειρωτικό χώρο είτε από τους πλησιέστερους οικισμούς. Η ολοκλήρωση της μελέτης του ήδη καταγεγραμμένου υλικού προϋποθέτει την επέκταση της έρευνας και σε εκκλησιαστικά κτίσματα της ίδιας περιόδου του ευρύτερου φθιωτικού χώρου, προκειμένου να διερευνηθούν συστηματικά κύρια ζητήματα για τη δραστηριότητα των τεχνιτών, τους παράγοντες και τις επιδράσεις που διαμόρφωσαν και καθόρισαν την εξέλιξη και την παγίωση της τεχνοτροπίας τους, έτσι ώστε να επιτευχθεί η συνολική θεώρηση της εκκλησιαστικής τέχνης των νεότερων χρόνων στη Φθιώτιδα.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- Γενικά για το κίνημα των Ναζαρηνών, βλ. Δ. Παπαστάμος, Η επίδραση της ναζαρηνής σκέψης στη νεοελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική, Αθήνα 1977,17 κ.εξ. Ευτ. Γεωργιά
Δυο-Κούντουρα, Θρησκευτικά θέματα στη νεοελληνική ζωγραφική (1900-1940 ) Θεσσαλονίκη 1984, 1-6. Ι.Β. Φριλίγκος, Ο αγιογράφος Κωνσταντίνος Φανέλλης και το έργο του, Αθήνα
2005 , 49-65 .Μ.Δανιήλ, Σ. Ζύρμπα , Γ. Κακαβάς, (( Η Εκκλησιαστική Τέχνη στη Σαλαμίνα, 1830-1940 )) στο Α΄ Επιστημονικό Συμπόσιο της Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης ( Β΄ Αμφιθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 14-15 Μαρτίου 2008 ) Πρακτικά, Αθήνα 2009,57.
- Κανέλλος, Ο Γουλινάς 113-119.




























- Εμφανίσεις: 1580
Επιμέλεια Παναγιώτης Η. Σωτηρίου
Συνοικισμός προσφύγων Ξηριώτισσας
Προσφυγικός συνοικισμός Ξηριώτισσας (περιοχή στρατοπέδου Τσαλτάκη). Λαμία, Ιούνιος 1949.
Διακρίνονται τα πρόχειρα παραπήγματα που είχα κατασκευάσει οι πρόσφυγες, τα οποία έχουν
«ασπρίσει» για λόγους υγιεινής. Γυναίκες γνέθουν, άλλες παρακολουθούν τον φωτογράφο και
παιδιά παίζουν ξυπόλητα ανάμεσα στα παραπήγματα στα χώματα. Ψηλότερα διακρίνονται τα
σπίτια της Λαμίας επί της οδού Στυλίδος (τότε), σημερινή Παπαποστόλου. Οι εγκαταστάσεις της
στεγάσεως των προσφύγων στους συνοικισμούς πραγματοποιήθηκαν σε τέσσερα είδη, σε
μεταλλικά τολ, σε ξύλινα παραπήγματα επενδεδυμένα με πισσόχαρτο, σε πρόχειρα παραπήγματα
(ξύλινα, μεταλλικά) και σκηνές. Τα μεταλλικά τολ εσωτερικά κάποια ήταν επενδεδυμένα με
σανίδες στους τοίχους και το πάτωμα και κάποια όχι. Εσωτερικά ο χώρος τους ήταν ενιαίος και
κάθε οικογένεια χωριζόταν από την άλλη είτε από τα προσωπικά τους αντικείμενα είτε με πρόχειρα
υφασμάτινα παραπετάσματα. Αυτά στέγαζαν 20-30 οικογένειες. Τα ξύλινα παραπήγματα εσωτερικά
ήταν χωρισμένα σε δωμάτια για κάθε οικογένεια. Αυτά στέγαζαν 15-20 οικογένειες. Μέσα σε αυτά
τα πρόχειρα οικήματα στεγαζόταν η αθλιότητα «[...]οι παράγκες ήταν γεμάτες κόσμο, μικρά
παιδάκια, γερόντοι, όλοι μέσα σ'ένα δωμάτιο, σε μια παράγκα.»

Παντού μέσα στον συνοικισμό Ξηριώτισσας δέσποζε η σκόνη, το χώμα που με την βροχή
μετατρεπόταν σε πηχτή λάσπη, οι ακαθαρσίες ανθρώπων και ζώων και τα σκουπίδια.
Παραπήγματα κατασκευασμένα από χαρτόνι, ξύλα και πισσόχαρτο για την στέγαση των
προσφύγων. Στο προσκήνιο δίπλα και πίσω από τα παιδιά ήταν οι χώροι όπου μαγείρευαν οι
γυναίκες.





πόδια. Αυτό ήταν ένα είδος κάλου με πύον που προκαλούνταν στα πέλματα των ποδιών, διότι τα
παιδιά περπατούσαν συνέχεια ξυπόλυτα. Επίσης, οι πρόσφυγες του συνοικισμού της Ξηριώτισσας
είχαν ασθενήσει από παρωτίτιδα
Στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή στους προσφυγικούς συνοικισμούς και την ζωή στα
παραπήγματα.


'Αποψη των πρόχειρων παραπηγμάτων και των τολ του προσφυγικού συνοικισμού της
Ξηριώτισσας. Στο βάθος διακρίνεται η χαρακτηριστική κορυφή της Σουβλερής, πάνω από τη Νέα
Μαγνησία Λαμίας.

Σκηνή με τον αριθμό 11 στον προσφυγικό συνοικισμό Ξηριώτισσας. Ένας από τους ενοίκους κοιτά.

Οι ένοικοι-ιδιοκτήτες της σκηνής 11.






Το ψήσιμο και η προετοιμασία του φαγητού στον συνοικισμό δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση.






Το εσωτερικό των τολ, σκοτεινό, καπνισμένο από τα μαγκάλια, γεμάτο ανθρώπους και
αντικείμενα.Μέσα στα τολ και τα παραπήγματα τα δύο κυριότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν
οι πρόσφυγες ήταν η απουσία θέρμανσης τον χειμώνα και το επακόλουθο της, ο καπνός. Σύμφωνα
με τους πρόσφυγες, η Επιτροπή Στεγάσεως δεν είχε μεριμνήσει να τοποθετηθούν εντός των
οικημάτων ξυλόσομπες και έτσι κάθε οικογένεια για να ζεσταθεί, αλλά και για να μαγειρέψει
χρησιμοποιούσε αυτοσχέδια μαγκάλια. Ο καπνός στην κυριολεξία γέμιζε τα οικήματα.
Χαρακτηριστική είναι η σειρά άρθρων του τοπικού Λαμιακού Τύπου, όπου περιγράφεται με
λεπτομέρειες τόσο το εσωτερικό των παραπηγμάτων και των τολ, αλλά και ο υπόλοιπος
συνοικισμός. «Ευρύχωροι θάλαμοι θολωτοί, μόλις διακρίνεις σκιές κινούμενες απ' τον καπνό που
αναθρώσκει από κάθε πρόχειρο μαγκάλι. Καίνε πουρνάρια και ρίζες. Ετερόκλιτα αντικείμενα
μεταλλικά, γκαζοτενεκέδες σκουριασμένοι, κομμένοι στη μέση, τσαλακωμένα και στρεβλωμένα δοχεία
μεταλλικά παρμένα από τους σωρούς των σκουπιδιών που πετάνε τα κάρρα της Δημαρχίας, γαβάθες
εμαγιέ ξεφλουδισμένες, φύλλα σκουριασμένα τενεκέδων και λαμαρινών, όλα αυτά χρησιμεύουνε για
μαγκάλια, και μέσα σ'αυτά, και μάλιστα τη νύχτα όταν πέση το σκοτάδι κι η παγερή πνοή του χιονιά
αρχίζει να πηρουνιάζει τ' αδύναμα κορμιά, αρχίζουνε να φλογίζουνε οι καιόμενες βάτοι της Βίβλου.
Καπνός πυκνός, αποπνικτικός αναθρώσκει και γεμίζει τους θαλάμους αυτούς, σε βαθμό που
σκοτίζεται και το λίγο φως που σκορπάνε οι νυσταλέοι ηλεκτρικοί λαμπτήρες. Ανοίγουνε τις πόρτες
φεύγει η ζέστη, κλείνουνε τις πόρτες τους πνίγει ο καπνός. Όλων τα μάτια που αντίκρυσα πάθανε από
επιπεφυκίτιδα κι είνε δακρυσμένα και φλογισμένα. [...] το βράδυ, όταν μπαίνουνε σ' ενέργεια τα...
ηφαίστεια αυτά, στήνονται καυγάδες και διαπληκτισμοί και επιθέσεις πάνω στα... μαγκάλια κείνα που
βγάζουνε το περισσότερο καπνό. Στο μεγάλο κρύο που μας πέρασε, έκλεβε... ο ένας τη φωτιά του
άλλου για να ζεσταθή.»
Παιδόπολη Λαμίας ''Αγιος Νικόλαος''
Οι εικόνες προέρχονται από τον τόμο 2/13 από τις εκθέσεις επισκέψεων των A. Lambert και Roth.
Τα ταξίδια έγιναν από 19-22/12/1948 και από 7-11/1/1949 στη Λαμία.
Αναφέρεται: «Τα τραγικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Καρδίτσα (Θεσσαλία) τον περασμένο
Δεκέμβρη άναψαν τα αίματα, όχι μόνο στην μικρή πόλη αλλά και στα γειτονικά χωριά. Όσοι
έφυγαν προσπάθησαν να έρθουν στη Λαμία μέσω του Δομοκού, του Καρπενησίου και της
Μακρακώμης. Όλοι οι κάτοικοι που με τεράστια προσπάθεια είχαν καταφέρει να φύγουν, τώρα
επέστρεφαν στη Λαμία, που υπό κανονικές συνθήκες αριθμούσε 16.000 κατοίκους, από το
Νοέμβριο πριν τα γεγονότα αριθμούσε 20.000 πρόσφυγες, τους οποίους ο Ελληνικός Ερυθρός
Σταυρός, ο Έρανος της Βασίλισσας και οι λοιποί οργανισμοί ανακούφισης προσπαθούσαν να
περιθάλψουν με πολλές δυσχέρειες. Έτσι έφυγα στις 19/12/1948 με την αποστολή του Ελληνικού
Ερυθρού Σταυρού για να καταγράψω τι ήταν απαραίτητο να γίνει... Στη Λαμία - πιθανή δημιουργία
νέων ιατρείων. Όταν έφτασα στη Λαμία ήρθα σε επαφή με τους αρμόδιους ανθρώπους και έκανα το
καλύτερό μου για να βοηθήσω τις κυρίες Σινιόσογλου και Ξύδη του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού,
οι οποίες είχαν ήδη δημιουργήσει το Κέντρο Παιδιών Στυλίδας (Παιδόπολη) και μάχονταν με τις
τοπικές αρχές να χρησιμοποιήσουν το Κεντρικό Σχολείο της Λαμίας για να δημιουργήσουν ένα
Κέντρο Υποδοχής Παιδιών (Παιδόπολη Λαμίας). Συμφωνήθηκε με το Υπουργείο Ανασυγκρότησης
ότι θα χτιστούν στρατώνες για τα παιδιά της Λαμίας, ώστε να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Στην Παιδόπολη Λαμίας που επρόκειτο να εγκατασταθούν 350 παιδιά στις 8 Ιανουαρίου, δεν ήταν
καθόλου έτοιμη. Οι εγκαταστάσεις ύδρευσης, θέρμανσης, φωτισμού ήταν ανύπαρκτες, όπως και οι
κλίνες.
Τέλος τα παιδιά του σχολείου άρχισαν να αδειάζουν το σχολείο από τον εξοπλισμό του τα θρανία
του, ενώ οι εργαζόμενοι ξεκίνησαν τις εργασίες του εξοπλισμού και της εγκατάστασης και οι ξυλουργοί προχώρησαν στην κατασκευή 150 διπλών κρεβατιών.»


Στις 17 Ιανουαρίου 1949 εγκαινιάστηκε και η Παιδούπολη Λαμίας «Άγιος Νικόλαος». Η
παιδούπολη Λαμίας δημιουργήθηκε και αυτή από τον Έρανο της Βασίλισσας μετά από υπόδειξη
του Υπουργού Πρόνοιας Κ. Καραμανλή τον Νοέμβριο του 1948. Τον πρώτο μήνα της λειτουργίας
της είχε ήδη 100 οικότροφα παιδιά, που ήταν ορφανά ή τα είχαν εγκαταλείψει οι γονείς τους ή ήταν
παιδιά προσφύγων. Μέχρι τον Φεβρουάριο τα παιδιά είχαν φτάσει τα 210, ενώ τον Οκτώβριο του
ίδιου έτους ήταν 313. Η παιδούπολη Λαμίας στεγάστηκε σε ένα διώροφο κτίριο στην οδό
Υψηλάντου (σημερινό 2ο Δημοτικό σχολείο Λαμίας) και φιλοξενούσε παιδιά από τους Νομούς
Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας, ηλικίας 4-14 ετών. Αρχηγός της Παιδούπολης το 1949 ήταν ο
πτυχιούχος Φυσικής Αγωγής Τραπάτσας, ενώ το 1950 η Αιμιλία Πολίτου. Η Παιδούπολη είχε ως
προσωπικό δασκάλους, μοδίστρες, τραπεζοκόμους, νοσοκόμες και θυρωρό. Στους χώρους της
περιλαμβάνονταν πέντε θάλαμοι, αναρρωτήριο, μαγειρεία, εστιατόρια, βοηθητικοί χώροι. Από τον
Ιούλιο του 1949 η Παιδούπολη Λαμίας φιλοξενούσε μόνο αγόρια, καθώς τα κορίτσια τα χώρισαν
και τα έστειλαν στην Παιδούπολη Στυλίδας. Η Παιδούπολη Λαμίας διέκοψε την λειτουργία της τον
Ιούλιο του 1950 και όλα τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην Παιδούπολη του Βόλου «Αγία Σοφία»
Παιδόπολη Στυλίδας ''Άγιος Ελευθέριος''
Η έκθεση αναφέρει:
«Έφυγα στις 19.12.1948, με την αποστολή του Ερυθρού Σταυρού για να δούμε τι ήταν απαραίτητο
να κάνουμε. Πήγα στην Στυλίδα, όπου είχαν εμφανιστεί οι πρώτες δυσκολίες και τις οποίες
αντιμετώπιζε η κ. Ξύδη. Οι εκπαιδευτικοί που προσλήφθηκαν για την Παιδόπολη της πόλης,
αρνούνταν να κοιμηθούν σε στρατιωτικά κτίρια του τύπου ''τολ'' και είχαν εγκατασταθεί σε ένα
μικρό δωμάτιο στην Παιδόπολη που προοριζόταν να χρησιμεύσει ως χώρος απομόνωσης για τα
πολύ άρρωστα παιδιά.
Η Παιδόπολη Στυλίδας, η οποία έχει διευρυνθεί με την έκτακτη κατασκευή «πολέμου», την οποία
μπορεί να δει κανείς στις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην παρούσα έκθεση, περιλαμβάνει
περίπου 300 παιδιά.Το ένα τρίτο των τροφίμων της είναι παιδιά των οποίων οι γονείς βρίσκονται
στη φυλακή ή είναι μέλη των αντάρτικων ομάδων, εγκαταλειμμένα στη μοίρα τους με βούληση ή
βιαίως. Στεγάζονται και ανατρέφονται με τα παιδιά των "άλλων", σε πνέυμα ομοψυχίας, που όταν
τα βλέπουμε να παίζουν μαζί, τίποτα δεν τα διαφοροποιεί και δεν μας αφήνει να μαντέψουμε το
δράμα που συμβαίνει αυτή τη στιγμή».
Τα πρώτα οικότροφα παιδιά της Παιδούπολης Στυλίδας «Άγιος Ελευθέριος» εγκαταστάθηκαν τον
Ιούνιο του 1948, με τις φροντίδες των εντεταλμένων κυριών Κ. Ξύδη και Ν. Σινιόσογλου, οι οποίες
βρίσκονταν στην Φθιώτιδα από τις 11 Ιουνίου. Οι δύο εντεταλμένες κυρίες, εκπρόσωποι του
Εράνου, είχαν επίσης μεταβεί και στο Καρπενήσι για να καταγράψουν 80 παιδιά ορφανά και να
φροντίσουν για την μεταφορά τους στην παιδούπολη. Τα εγκαίνια της παιδούπολης έγιναν τον
Ιούνιο του 1948 και μέχρι το τέλος του καλοκαιριού φιλοξενούσε 250 παιδιά, στην πλειοψηφία
τους από την Ευρυτανία. Τον Σεπτέμβριο του 1948 η παιδούπολη δέχθηκε την επίσκεψη του
Υπουργών Δημοσίων Έργων Στ. Νικολαΐδη και Υγιεινής Θ. Ορφανίδη.









Τρία κορίτσια την ημέρα της άφιξης τους στην Παιδόπολη Στυλίδας.


Πρόσφυγες Μακρακώμης

Οι Lambert και Roth στον τόμο 2/13 αναφέρουν πως:
«Περισσότεροι από 10.000 πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν γύρω από την Μακρακώμη, ένα φτωχό
μικρό χωριό στη Ρούμελη, το οποίο θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα μικρό χωριό στις ψηλές
Άλπεις του οποίου οι κύριες κατασκευές έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο και μετά την
''επανάσταση'' ».
Χαρακτηριστικές είναι οι καλυβες που κατασκεύασαν οι πρόσφυγες που κατέφυγαν στη
Μακρακώμη.


Το καλοκαίρι του 1947 ο ΕΣ διέταξε την εκκένωση των χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας και οι
κάτοικοι άρχισαν να μεταφέρονται προς τις κωμοπόλεις Μακρακώμη και Σπερχειάδα για να είναι
πιο ασφαλείς. Τον Δεκέμβριο του 1948 στη Σπερχειάδα φιλοξενούνταν από τα γύρω χωριά
μεγάλος αριθμός οικογενειών. Πιο συγκεκριμένα: Αργύρια 74 οικογένειες, Γαρδίκι 33 οικογένειες,
Γόριανη 8 οικογένειες, Γραμμένη Οξυά 26 οικογένειες, Δίλοφο 13 οικογένειες, Καλλιθέα 104
οικογένειες, Καμπιά 57 οικογένειες, Κανάλια 60 οικογένειες, Κλωνί 76 οικογένειες, Κολοκυθιά 31
οικογένειες, Κυριακοχώρι 82 οικογένειες, Μάρμαρα 81 οικογένειες, Παλαιοβράχα 90 οικογένειες,
Μεσοποταμία 8 οικογένειες, Νικολίτσι 20 οικογένειες, Περιβόλι 20 οικογένειες, Πίτσι 2
οικογένειες, Πουγκάκια 9 οικογένειες, Στάγια 22 οικογένειες, Φτέρη 128 οικογένειες. Στο Δημοτικό
σχολείο Σπερχειάδας οι μαθητές αυξάνονταν ανά σχολικό έτος. Σχολικό έτος 1946-47 375 μαθητές.
Σχολικό έτος 1947-48 746 μαθητές. Σχολικό έτος 1948-49 1194 μαθητές. Σχολικό έτος 1949-50
1002 μαθητές.
Η εγκατάσταση των προσφύγων στις δύο κωμοπόλεις έγινε σε διάφορα μέρη των πόλεων.
Οι δύο κωμοπόλεις ήταν σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένες από βομβαρδισμούς και πυρπολημένες
από τα χρόνια του Β'Π.Π, έτσι τα διαθέσιμα οικήματα για φιλοξενία προσφύγων ήταν ελάχιστα.
Μεγάλος αριθμός προσφύγων αρχικά ήταν άστεγοι, ενώ αργότερα φιλοξενήθηκε σε συγγενικά και
άλλα σπίτια, αποθήκες και χαλάσματα.
Πρόσφυγες Δομοκού

Μετά την Λαμία, στον Νομό Φθιώτιδας, ο Δομοκός αποτέλεσε το μεγαλύτερο ΚΑ, όπου
συγκεντρώθηκαν χιλιάδες πρόσφυγες από τις γύρω περιοχές.
Μέχρι τον Ιούνιο του 1948, έναν μήνα μετά τον πρώτο μερικό επαναπατρισμό (Μάιος 1948-
Μάρτιος 1949), στον Δομοκό είχαν συρρεύσει 2.500 πρόσφυγες και ο αριθμός τους συνεχώς
αυξανόταν.
Ενδεικτικό της κατάστασης που επικράτησε στα χωριά της Επαρχίας Δομοκού και μέσα
στην πόλη του Δομοκού είναι πως ο αριθμός των προσφύγων από 2.500 τον Ιούνιο είχε αυξηθεί σε
7.000 μέχρι τα τέλη του Ιουλίου του 1948. Οι πρόσφυγες είχαν εγκατασταθεί σε διάφορα σημεία
της πόλης, αλλά τα δύο κύρια σημεία εγκατάστασης ήταν ο σταθμός του Δομοκού και τα
Μεταλλεία. Ο πληθυσμός του σταθμού τον Νοέμβριο του 1948 έφτανε τους 5.000 πρόσφυγες.
Ο προσφυγικός πληθυσμός στον Δομοκό ζούσε σε άθλιες συνθήκες. Η πόλη σε όλη της την
έκταση ήταν γεμάτη σκουπίδια και ακαθαρσίες. «Κατηφείς και ρακένδυτοι, άνδρες και γυναίκες,
μισόγυμνα και ατροφικά παιδάκια, πεταμένες εδώ και εκεί αποσκευές.». Ολόκληρη η πόλη είχε
μετατραπεί σε ένα μεγάλο ουρητήριο, καθώς δεν υπήρχαν αρκετοί δημόσιοι χώροι υγιεινής για να
εξυπηρετήσουν τόσους πολλούς ανθρώπους. Έτσι, δημιουργήθηκε μείζων πρόβλημα δημόσιας
υγείας, διότι όσοι κατοικούσαν εκεί, μόνιμα ή προσωρινά, κινδύνευαν από πιθανές ασθένειες.











Οι πρόσφυγες συνεχώς και αυξάνονταν στην πόλη. Ο τοπικός τύπος μέσω άρθρων τόνιζε πως το
πρόβλημα της στέγης έπρεπε να λυθεί, καθώς πολλοί πρόσφυγες, εκτός της στέγης, δεν είχαν ούτε
τα κατάλληλα ρούχα για τις χαμηλές θερμοκρασίες της εποχής. Ο κίνδυνος θανάτων από το ψύχος
ήταν μεγάλος. Ο Δομοκός είχε μετατραπεί σε ένα στρατόπεδο δυστυχών ανθρώπων και μέχρι τον
Μάιο του 1949 έφτανε να αριθμεί 10.000 πρόσφυγες.
Φυλακές Λαμίας

Γενική άποψη των φυλακών Λαμίας στην γωνία των οδών Καποδιστρίου και Παπακυριαζή. Οι
αρχές τις φυλακής διακρίνονται στην είσοδο της. Αυτή η εικόνα προέρχεται από τον τόμο 13/14
των εκθέσεων επίσκεψης των A. Lambert και G.Colladon. Έκθεση από την επίσκεψη στη φυλακή
Λαμίας στις 23 Μαρτίου 1951 του κ. G. Colladon. Η έκθεση αναφέρει:
Προσωπικό: 256 άνδρες, 3 άνδρες στο νοσοκομείο της Λαμίας, 26 γυναίκες. Σύνολο 258
Υπάρχουν δέκα κρατούμενοι κάτω από την ηλικία των 21 ετών. Εννέα νέοι και ένα κορίτσι.
Λόγω ειδικών περιστάσεων, ένα παιδί κάτω των 4 ετών υποχρεούται να είναι κρατούμενο με τη
μητέρα του.
Διαμονή: Λόγω της μείωσης των νέων φυλακίσεων, η κράτηση τείνει σε κανονικές αναλογίες.
Δεν υπάρχουν ακόμα αρκετά κρεβάτια ή πάγκοι. Κάθε κρατούμενος έχει τουλάχιστον μία
κουβέρτα. Κατά τη διάρκεια των κρύων, θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο ή ακόμα και τρεις για τους
φυλακισμένους που αναγκάζονται να κοιμηθούν στο πάτωμα.

Φυλακές Λαμίας. Το προαύλιο των πολιτικών κρατουμένων. 23 Μαρτίου 1951
Αρκετές ήταν και οι συλλήψεις προσφύγων αριστερών φρονημάτων και συγγενών τους που όμως
δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά. Πολλές συλλήψεις έγιναν μέσα στις παράγκες και τα τολ της
στέγασης των προσφύγων. Προληπτικές συλλήψεις ανδρών που δεν εμπνέαν «εμπιστοσύνη στας
Εθνικάς Δυνάμεις δια τον διεξαγόμενον αγώνα εναντίον των κομμουνιστοσυμμοριτών» και η εξορία
τους σε νησιά, όπως η Μακρόνησος και συλλήψεις γυναικών με παιδιά, τα οποία ως αποτέλεσμα
αυτών έμεναν μόνα τους. Κάποια από τα παιδιά που οι μητέρες τους είχαν συλληφθεί για
συνεργασία με τον ΔΣΕ είχαν δοθεί σε ανάδοχες οικογένειες της πόλης για να τα φροντίσουν.

Φυλακές Λαμίας. Το πραύλιο των απλών κρατουμένων και όσων έχουν υπογράψη δηλώσεις
αποκήρυξης και μετανοίας.

Φυλακές Λαμίας. Το προαύλιο και η πτέρυγα των γυναικών στον πρώτο όροφο.

Φυλακές Λαμίας. Άποψη των προαυλίων.
Πηγές: Φωτογραφίες – Αρχεία Ερυθρού Σταυρού
Τεκμηρίωση Φωτογραφιών - Αρχεία Ερυθρού Σταυρού
Κείμενα: Σωτηρίου Παναγιώτης, Οι ανταρτόπληκτοι της Λαμίας:Όψεις του προσφυγικού φαινομένου
στο Νομό Φθιώτιδας την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου 1946-1949, αδημοσίευτο, Μυτιλήνη, 2018.











- Εμφανίσεις: 2616

Από την προφορική παράδοση , αλλά και απο αναφορές σε βιβλία ( Τσιούστας- Λάμπου –Σταμοκώστας κλπ) , έφτασε μέχρι τις μέρες μας η ιστορία ότι στη κορυφή του Γουλινά στη θεση Καράπαπας, όπου υπάρχει και το πυροφυλάκιο, πριν χιλιάδες χρόνια υπήρχε ηφαίστειο το οποίο εξερράγη, και για αυτό αυτή η περιοχή μοιάζει σαν να είναι καμένη, και έχει ελάχιστα δέντρα.
Ειδικός δεν είμαι αλλά βλέποντας ότι δεν υπάρχει ούτε υποψία κάποιου κρατήρα παρά μόνο κάποιες ρηγματώσεις και κατολισθήσεις , αποφάσισα να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό.
Όσους ρώτησα μου είπαν να επικοινωνήσω με τον Κωνσταντίνο Γ.Κυριακόπουλο, καθηγητή Ηφαιστειολογίας και Πετρολογίας στο Ε.Κ.Π.Α
Μίλησα μαζί του και μου είπε τα εξής.
Στην Ελληνική Βιβλιογραφία δεν υπάρχει αναφορά για ηφαίστειο στο Γουλινά.
Έχει έρθει επανειλημμένως στη περιοχή μας κάνοντας μετρήσεις και ερευνα στις ιαματικές πηγές της Υπάτης και του Αμπλα, αλλά δεν ειχε ακούσει ποτέ ότι κάτι μπορεί να υπάρχει στη κορυφή του Γουλινά .
Του περιέγραψα το ανάγλυφο της περιοχής , του έστειλα κάποιες φωτογραφίες και ένα μικρό βίντεο, και του κίνησα το ενδιαφέρον.
Μου είπε καταρχάς ότι αυτό που του περιγραφώ, και βλέπει στις φωτογραφίες μπορεί να έχει προκληθεί και από κάποιο άλλο γεωλογικό φαινόμενο , και όχι υποχρεωτικά από κάποια έκρηξη ηφαιστείου .
Για να εκφράσει όμως την όποια επιστημονική του άποψη πρέπει να δει τη περιοχή από κοντά , και να πάρει δείγματα του εδάφους και των πετρωμάτων για να εχει ολοκληρωμένη άποψη.
Αφού τον ευχαρίστησα για το χρόνο που αφιέρωσε , του είπα ότι όποτε τον φέρει ο δρόμος του προς τα μέρη μας – αρκεί να είναι καλοκαίρι γιατι χειμώνα δεν ανεβαίνει τίποτα εκεί πάνω - να τον ανεβάσουμε εμείς με κάποιο τζιπ για να δει από κοντά το έδαφος .
Ελπίζουμε να γίνει σύντομα για να έχουμε μια επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη για το θέμα.
Το επόμενο καλοκαίρι θα κάνουμε και ένα βίντεο με το Drone , οπότε θα έχουμε μια πανοραμική θέα της περιοχής, που θα βοηθήσει – πιστεύω – τον καθηγητή να έχει μια καλύτερη άποψη του ανάγλυφου της περιοχής .




Επιμέλεια κειμένου Σπύρος Β.Παπακώστας
- Εμφανίσεις: 1873

Η επιστολή του οικονομικού Βασιλικού εφόρου, Απρίλιος 1835, Στέλνεται στον Οθωμανό «Σεκίπ Εφένδη» ύστερα από αίτημα της Μικτής ελληνοτουρκικής επιτροπής ήτοι:
Προς την τα το Σεκιπ Εφένδη διαπραγματευτικήν επιτροπήν
Ελήφθη το από 26 Φευρ. έγγραφον της επιτροπής ταύτης και εγνώθησαν τα ενδιαλαμβανόμενα:
Η εφορία Φθιώτδος δεν δύναται να δώση κατάλογον όλων των εν τη επαρχίαν ταύτην Εθνικών κτημάτων τα οποία επώλησαν. Επειδή και αυτά δεν επωλήθησαν με καμμίαν ειδοποίησιν της εφορίας, αλλά έκαστος των Οθωμανών εύρισκεν τον αγοραστήν και εσυμφωνούσαν την τιμήν και κάμνοντας τα έγγραφα πωλητήρια, το επικύρωναν άλλα από τον έπαρχον και άλλα από ταις Δημογεροντείαις και άλλα από τους (κατεστραμένο έγγραφο ) οι οποίοι όχι μόνον επώλησαν αυτά τα οποία ήταν ιδιοκτησία των αλλά και πολλά εκ των ανηκόντων εις το Δημόσιον διά τα οποία φιλονικούν ακόμη, ως ατομικά των και η εφορία επεριορίσθη μόνον εις το να παρατηρή μήπως και ήθελεν πωλήσουν κανένα κτήμα ανήκοντα εις το Δημόσιον, δια των οποίων επομένως έπρεπε να καταστρώση κατάλογον χωριστόν των ανηκόντων στα Ιμλιάκια και χωριστόν δια τα ανήκοντα εις τα βακούφια, τον οποίον πέμψη εις την επιτροπήν όσο το δυνατόν ταχύτερον.
κατά το παρόν όμως πρέπει να ενειδαάση την επιτρπήν ταύτην. περί των κειμένων κατά την δεξιάν όχθην του Σπερχειού, τα οποία ήτον υπό την Κυριότητα της ελληνικής Κυβερνήσεως από το έτος 1829: μεταξύ των οποίων είναι και η κυρία( του Ισμαΐλμπεη την οποίαν αναφέρει η επιτροπή εις το έγγραφόν της και εκτός (; ) είναι έν μέρος και από τα κατά την αριστεράν όχθην κείμενα επάνωθεν της θέσεως στενού ( )
Εις κατά το 1828 ότε…..) έφτασαν εις την στερεάν Ελλάδα ( Κ. Τζαβέλας;) και γιαννάκης στράτος εις καταδίωξιν των Οθωμανών μετά την μάχην της (οξειάς; ) εις τη πρότερον επάρχίαν του πατρατζικίου επετέβησαν εις το χωρίον Φτέρη (υπάρχουν πολλές λέξεις δυσανάγνωστες και το έγγραφο είναι λίγο καταεστραμένο) ; Ο χιλίαρχος Γιαννάκης Στράτος και Ευαγγέλης Κοντογιάννης έλαβον υπό την εξουσία των τα πέραν του ποταμού βίστριζας/ ήτις χύνεται καταρκτον εις τον Σπερχειόν/ κείμενα χωριά προς την δεξιάν του Σπερχειού. και οι Οθωμανοί εις εκείνην τη εποχήν εστάθησαν κατά την αριστεράν όχθην του Σπερχειού από το χωρίον βαρυμπόπη ονομαζόμενον εις κάτω προς το ανατολικόν μέρος/ επειδή από το βαρμπόπη και επάνω προς το δυτικόν ον δυσβατον και στενόν ο τόπος δεν ετόλμησαν να εισχωρήσουν / και ούτως τοποθετημένα τα ελληνικά την δεξιάν και τα Οθωμανικά στρατεύματα εξ αριστερών εστάθησαν έως την πτώσιν της επάχτου[1] 1829: Εις την εποχήν ταύτην ο μήτζιος Κοντογιάννης είπε του Βααγγέλη , και εκ των προκρίτων της επαρχίας οι Κοι: Αθαν. Τζουκαλά και Νίκο Φτέρη επιγον εις έπαχτον εις τον Αυγουστίνον[2] και του εζήτησαν τροφάς και πολεμοφόδια, προς τούτοις και εκατό ίππους δια να κτυπίσουν την Ν. Πάτραι και να συκώσουν και όλους τους κατοίκους των πεδινών χωρίων, δια να μην ευρύσκουν οι Οθωμανοί εν ευκολία τα αναγκαία και στέκονται. ο Αυγουστίνος λοιπόν τους έδωσεν την άδειαν προφορικώς να ενεργήσουν ότι δυνηθούν, και με την επιστροφήν των εις Ν. Πάτραι συνάξας ο Καπ, Βαγγέλης[3] όσους εδυνήθη εκατέβη εις βαρυμπόπι και εις μια νύκτα κατά των μάιον εσήκωσαν όλας τας οικογενείας κατά την αριστεράν όχθην του σπερχειού κείμενα χωρία έως το στενόν τα οποία έπεμψεν εις έπαχτον λιδορίκι και μαλανδρίνον και λ:π: και έκτοτε αυτό το μέρος έμεινεν υπό την Κυριότητα της ελλ. Κυβερνήσεως. και οι έλληνες επίγενον και ήρχοντο ελεύθερως έως δομοκόν χωρίς να απαντούν μείτε έναν Οθωμανόν.
Το αυτό έτος συκόνονταις τους κατοίκους των ελευθέρων χωρίων. έγιναν τα γενήματα επάνω εις την ακμήν των δια θέρισμα. επομένως επιστρέψας ο Βαγγέλης Κοντογιάννης με 700 περίπου στρατιώτας και με όλους τους κατοίκους των ερειμένωχωρίων εκατέβη εις τον κάμπον έβαλεν εθέρισαν και αλώνισαν όλους τους καρπούς των ειρημένων χωρίων, και τα μετακικόμισαν εις τα ορεινά χωρίς να αφήσουν τους Οθωμανούς να πάρουν διόλου μεριόν το οποίον ο Βαγγέλης δια την μεταξύ αυτού και Μαχμούτμπεγη πιάνη σχέσι του έδωκεν προς αυτόν το χωρίον Αρχάνι.
Το δε εθνικόν δικαίωμα εκ των ειρημένων καρπών του αυτού έτους έδωσεν εις τους υπαλλήλους του Διοικητού Κραβάρων και καπενησίου Κ: Εμμανουήλ σπυρίδονος όπου ήτον τότε διορισμένος εις επιτροπήν Κάπαρην (χιον;) Βαλέραν εξ Ιωαννίνων και Δημήτριον Σαράτζογλον εκ λεβαδίας. ότε και ο έκτακτος επίτροπος Σαλώνων Κωνστ. Μεταξάς ήτον εις έν χωρίον της επαρχίας Ν. Πατρών ονομαζόμενον σέλιανη το 1829 Οκτώβριον όπου συγκαλέσας επαρχιακήν συνέλευσιν εσύστησαν την επαρχιακήν Δημογεροντείαν από τους Κ:κ: κωνσταντίνον Γαρδίκην, Χριστ, Τζιάκαν, Ιωάννην Ζυγούρην και Νίκον Φτέρην τον οποίον εδιόρισαν εν τυούτω ειρηνοδίκην.
Η συσταθήσα αυτή δημογεροντεία εκατέβη εις το χωρίον Φτέρη ονομαζόμενον όπου εκτελούσε τα δημογεροντικά χρέη. και η δικαιοδοσία της εκτείνετο. εις όλα τα βλαχοχώρια πολιτοχώρια και κάμπον πέραν του ποταμού Βιστριζα και επάνωθεν του στενού προς το δυτικόν.
Αυτόν τον χειμώνα οι ένδον της υπάτης ορισμένοι Οθωμανοί ηθέλησαν να πωλήσουν τα επάνωθεν του στενού χειμερινά λιβάδια των, αλλά η δημογεροντία άφισεν τους ποιμένας να τα βοσκίσουν και τα βάσκισαν οι κάτοικοι των ελευθέρων χωρίων κατά διανομήν της δημογεροντείας.
Εις το 1829: έτος τα πεδινά χωρία των πέραν της Βίστριζας και επάνωθεν του στενού δεν έσπευραν επειδή οι κάτοικοι ήτον φευγάτοι ως ερέθη προς το 1830: περί τον Απρίλιον εκατέβησαν και έσπυραν μόνο καλαμπόκια των οποίων ο έγγυος και της επικαρπίας φόρος επωλήθη παρά του Διοικητού κ. πέρβαλη προς τους κατοίκους δια λογαριασμόν της Κυβερνήσεως, γρο: (γρόσια) Τουρκικά χιλιάδες είκοσι τέσσαρες και πεντακόσια 24.500 και οι Οθωμανοί δεν έλαβον μιδόλως μετοχήν: ώστε από το 1828:έως της σήμερον τα ειρηθέντα χωρία πέραν της Βιστριζας και επάνωθεν του στενού ήτον και είναι πάντοτε υπό την και εξουσίαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
Περί δε των ζευγαλατίων του ασλάνμπεγη και του μουχτάρ μουχαμέτ Πούτζα ονομαζόμενα βαρυμπόπι νέλη και σοφού κείμενα κτήματα κατά την αριστεράν όχθην του σπερχειού και το είμυσι εκ του ζευγολατίου αγά ονομαζόμενον κείμενον προς την δεξιάν όχθην του σπερχειού. εις τας αρχάς του 1830: κατά μάρτιον. εστάλλη παρά του σατρατζεμ κιουταχή κάποιος σελήχ αγάς ανεψιός του αναχτάραγα του κιουταχή. δια να καταγράψη τα ζευγολατία ταύτα ως ιμλιακιά μάλιστα φιλικοί (ουγίκα; ομού με τον σαλήχμπεγη (δυσανάγνωστη μία λέξη) εκατέβη και ο αθανάσιος τζουκαλάς από το γυφτοχώρι και τα περιήλθον και τα ονόμασαν δια ίμλιακια πλήν επειδή τα ήβραν υπό την εξουσίαν της ελληνικής Κυβερνήσεως ανεχώρισαν χωρίς να ύπουν τι περισσότερον. καθώς τα ομολογή, και ο Οθωμανός χαλήλαγας μουσάγας. του οποίου η εξωμολόγισι επέμφθη προς την επί των Οικονομικών Βασ. Γραμματείαν της Επικρατείας με την υπ΄αρ:1491:/10:/ Ιανουαρ:/ αναφοράν της εφορίας Φθιώτιδος. όσα άλλα έγγραφα αναφοράς των κατοίκων περί του αντικειμένου τούτο και άλλα τοιαύτα επέμφθησαν προς την επί των Οικονομικών Β. Γραμματείαν δια την Γεν. εφορίας από το 1833: και άλλα επίσιμον εδώ δεν υπάρχουν. και με κάθε λεπτομέρειαν πληροφορίαν η επιτροπή να τας λάβη από τον τότε Διοικητήν Πέρβελην και από της ταύτης δημογέρονταις Κον: γαρδίκην χρ; Τζιάκαν Ιωάννην Ζυγούρην και Νίκον Φτέρη.
Περί δε των χωρίων της πρότερον επαρχίας Ζητουνίου των κειμένων κατά την δεξιάν όχθην του Σπερχειού απ’ αρχής της επαναστάσεως ερήμωσαν και δεν ήτον εις αυτά κάτοικοι. έως της ελεύσεως του Κυβερνήτου 1828. ότε εστάλλισαν αι χιλιαρχίαι εις τας Θερμοπύλας εδιορίσθη και έκτακτος επίτροπος εις σάλωνα, ο Κ. Κων. Μεταξάς και εσύστησαν επαρχ. δημογεροντείαν του Ζητουνίου τότε άρχησαν να συνάζονται και έκτοτε οι Οθωμανοί δεν επερνούσαν πλέον δεξιά πέραν του Σπερχειού ποταμού και τα εισοδήματα όλα ελαμβάνοντο από την ελληνικήν κυβέρνησιν μέχρι της σήμερον.
Περιστατικώτερον τας τοιαύτας περί ζητουνίου πληροφορίας η επιτροπή δύναται να τας λάβη παρά του εκτάκτου επιτρόπου σαλώνων Κον: Κων: Μεταξάν. και παρά του διοικητού Γρηγορίου Πέρβελη. και παρά της χιακής; δημογεροντείας ζητουνίου Αναγνώστην Αθ, παπααλεξόπουλον εκ Στυλίδος και Αθανάσιον Τζίγκαν από (Κομποτάδες;).
Δεν απήντησεν αμέσως η εφορία επειδή όταν έλαβεν την διαταγήν ευρίσκετο έξω εις τα χωρία δια την καταμέτρησιν των ποιμνίων και τα ( δυσανάγνωστη λέξη ) δεν ηδύνατο να έχει μαζύ της όθεν παρακάλω θα έχει την συγγνώμιν περί αυτής
Ο έφορος
Υπογραφή σφραγίδα
Δ. Ιερομνήμων
Πηγή: «Γ. Α. Κ Κεντρικά Υπηρεσία Εθνικά Κτήματα Μικτής ελληνοθωμανικής Επιτροπής Φ. 102»
*
[1] Ναύπακτος
[2] Αδελφός του Καποδόστρία, τον είχε διορίσει αρχιστράτηγο
[3] Ευαγγέλης Κοντογιάννης