Φτέρη Φθιώτιδος

Ιστορικές Λαογραφικές & Φωτογραφικές μνήμες

 

 

Όταν ήμουν μικρή, το σπίτι της γιαγιάς Βασιλικής και του παππού Βαγγέλη ήταν για μένα ένας Παράδεισος.

 Πώς φαντάζεται ένα παιδάκι τον Παράδεισο; Ζωάκια, πουλιά, λουλούδια, χρώματα και φως...

 Στο πίσω μέρος του σπιτιού σε μια κατηφορική πλαγιά ήταν ο... προθάλαμος του Παραδείσου. Εκεί βρίσκονταν ο κουνελώνας, το κοτέτσι, ο αχυρώνας με τις κατσίκες και τρία αγαπημένα δέντρα. Δυο γέρικες αμυγδαλιές-χαρά Θεού όταν άνθιζαν την άνοιξη- που στις ρίζες τους ήταν σωριασμένη «χωνεμένη» κοπριά από τις κατσίκες. Πολλές φορές παίζαμε εκεί με τον Αντώνη. Ο παππούς Βαγγέλης μάς είχε φτιάξει δύο ξύλινα σκαλιστηράκια και σκάβαμε το κοκκινόχωμα και τη ζεστή, μαλακή κοπριά. Πιο κει μια μεγάλη κορομηλιά που έκανε μεγάλα, κίτρινα, γλυκά κορόμηλα.

 Παρακάτω ήταν και μια άλλη κορομηλιά. Δεν τη συμπαθούσα πολύ. Τα κορόμηλά της ήταν μεγάλα, κόκκινα αλλά ξινούτσικα και χοντρόφλουδα. Δίπλα σ' αυτή την κορομηλιά υπήρχε ένα είδος πόρτας. Ξύλινο περίγραμμα, ντυμένο με λεπτή σίτα για να μην ξεφεύγουν οι κότες προς το αμπέλι. Όταν κάποιες κατάφερναν να πηδήξουν το φράχτη η γιαγιά τούς ψαλίδιζε τα φτερά μ' ένα μεγάλο ψαλίδι για να μην το ξανακάνουν.

 Όταν περνούσαμε αυτή την πόρτα αφήναμε πίσω μας τον προθάλαμο και βρισκόμασταν στον κυρίως Παράδεισο. Περπατούσαμε στο μονοπάτι και αφήνοντας πίσω αριστερά το αμπέλι, φτάναμε ....στα καλύτερα.

 Ένα μεγάλο λιβάδι με καταπράσινο γρασίδι που έφτανε ως το γόνατο. Όταν φυσούσε το ανοιξιάτικο αεράκι κυμμάτιζε σαν ανοιχτοπράσινη θάλασσα. Στο τέρμα του λιβαδιού, σε ελαφριά ανηφορίτσα ήταν το αλώνι. Μια μικρή στρογγυλή πλατεία που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το αλώνισμα.

 Αρχές της άνοιξης το αλώνι γέμιζε «κουκοστάφυλα», μωβ λουλουδάκια όμοια με μικροσκοπικά σταφύλια. Φύτρωνε και χαμομήλι και κάτι άλλες μαργαρίτες που η γιαγιά τις έλεγε «αρμένες». Εκεί που τέλειωνε το αλώνι άρχιζε κατηφορική πλαγιά με σκουροπράσινα κυπαρίσσια και πεύκα. Στην αρχή της άνοιξης αυτή η πλαγιά γέμιζε ροζ ανεμώνες, όσο περνούσε όμως ο καιρός και ζύγωνε το Πάσχα οι ανεμώνες παραχωρούσαν τη θέση τους στις κατακόκκινες παπαρούνες.

 Αυτός ήταν ο μικρός μας Παράδεισος. Κότες , κουνέλια, κατσικούλες, ροζ αμυγδαλιές, άσπρες κορομηλιές, πράσινο γρασίδι, μωβ κουκοστάφυλα, ροζ ανεμώνες, κόκκινες παπαρούνες...

 Κοντά όμως στο μικρό μας Παράδεισο , βρίσκονταν και η κόλαση...

 Τι ήταν η κόλαση; Ήταν το «γούπατο» ( λακούβα) όπου το 1943 οι αντάρτες του Άρη Βελουχιώτη εκτέλεσαν τον Τουρκοχρήστο. Ο Τουρκοχρήστος ήταν Έλληνας προδότης ο οποίος σε συνεργασία με τους Ιταλούς ρήμαζε τα χωριά της περιοχής. Ώσπου τον συνέλαβαν οι αντάρτες του Άρη και μετά από σύντομη δίκη στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τον εκτέλεσαν και πέταξαν το σώμα του σ' αυτό το γούπατο κάτω απ' το αλώνι του παππού. Ο πόλεμος , η προδοσία, οι εκτελέσεις όλα αυτά δεν είναι κόλαση; Α, και να μην ξεχνάμε το φόβο, απαραίτητο συστατικό της κόλασης. Η γιαγιά Βασιλική έλεγε ότι η ψυχή του Τουρκοχρήστου τριγυρνάει εκεί γύρω και πολλοί που περνούσαν το βράδυ έβλεπαν φωτάκια και την άκουγαν να βογγάει. Βογγούσε από τον πόνο της εκτέλεσης κυρίως όμως από το ότι πήγε αδιάβαστος και άκλαφτος και κανένας ποτέ δεν του άναψε κερί και καντήλι. Δεν τολμούσαμε να περάσουμε από κει όταν έπεφτε ο ήλιος.

 Δεν ξέρω αν η χάρη του Θεού με οδηγήσει κάποτε στον Παράδεισο. Δεν ξέρω αν θα έχει ανθισμένες μυγδαλιές και κορομηλιές, πράσινο γρασίδι, κουκοστάφυλα και χαμομήλια, ανεμώνες ροζ και κόκκινες παπαρούνες.

 Σίγουρα όμως σε κάποια γωνιά θα με περιμένει η γιαγιά η Στυλιανή, η προγιαγιά μου. Θα τη γνωρίσω γιατί θα έχει το κεφάλι της σφιχτοδεμένο με τη μαντήλα, άσπρο πουκάμισο κι από πάνω μαύρο γιλέκο. Θα κρατάει στο ένα της χέρι νήμα με το αδράχτι κρεμασμένο και στο άλλο τη ρόκα. Έτσι τη γνώρισα μέσα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που κρέμεται χρόνια πολλά δίπλα στο τζάκι στο σπίτι του παππού Βαγγέλη.

 Πώς είμαι σίγουρη ότι η γιαγιά Στυλιανή έχει μια θέση στον Παράδεισο; Ίσως από τον αγώνα που έκανε για να αναθρέψει τα εννιά παιδιά της; Ίσως από τον πόνο που υπέμεινε καρτερικά όταν έχασε τα δύο από αυτά; Ίσως από την αξιωσύνη της κι από το ότι ανέτρεψε τα στερεότυπα της εποχής; Ζωσμένη το όπλο πήγαινε στα χωράφια γιατί ο προπάππους Κωνσταντίνος ήταν φιλάσθενος. Έμενε αυτός στο σπίτι και μαγείρευε και η γιαγιά είχε την επίβλεψη των χωραφιών. Ίσως από τη γενναιότητά της; Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη Φτέρη και άρχισαν να καίνε τα σπίτια, η γιαγιά τους προϋπάντησε με τσίπουρο και φρέσκο ψωμί και κατάφερε παρακαλώντας τους να σώσει πολλά σπίτια στη γειτονιά της.

 Θα μπορούσε να πει κάποιος : “σιγά τα σπουδαία, όλες οι γυναίκες τότε το ίδιο πονούσαν, αγωνίζονταν, υπέμειναν. Κι αυτό,το ότι έσωσε κάποια σπίτια, μπορεί να έκρυβε και κάποια ιδιοτέλεια, μπορεί να σκέφτονταν ότι κάτι θα κέρδιζε από τους συγχωριανούς” .

 Τα δέχομαι όλα αυτά. Επιμένω όμως για το ότι έχει μια θέση στον Παράδεισο. Για κάτι πολύ μικρό που μπορεί ούτε η ίδια να μη φαντάστηκε την αξία και τη σπουδαιότητά του. Μια πράξη χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, μια πράξη συγχωρητικότητας και ευσπλαχνίας.

 Όταν οι αντάρτες συνέλαβαν στο χωριό Λευκάδα τον Τουρκοχρήστο, τον έδεσαν πίσω από μια φοράδα που κάλπαζε αναγκάζοντάς τον να φτάσει τρέχοντας στη Φτέρη. Όταν έφτασε ήταν ένα ανθρώπινο κουρέλι και λέγεται ότι οι χωριανοί που πολύ είχαν υποφέρει από αυτόν, τον έβριζαν και τον έφτυναν. Τότε βγήκε η γιαγιά Στυλιανή από την ψηλή ξύλινη αυλόπορτα-η μάνα μου θυμάται ότι την είχαν αμπαρώσει για να μη βγουν τα παιδιά και δουν το φριχτό θέαμα- και πρόσφερε στον Τουρκοχρήστο δροσερό νερό. Ίσως να ήταν το τελευταίο πράγμα που γεύτηκε πριν την εκτέλεσή του. Γεύτηκε όχι μόνο το νερό αλλά και το έλεος και την αγάπη που του προσφέρθηκαν απ' τη γιαγιά χωρίς αντάλλαγμα. Τι να ζητήσεις άλλωστε από έναν ετοιμοθάνατο;

 Γι' αυτό σας λέω, η γιαγιά Στυλιανή ταξίδεψε για τον Παράδεισο με εισιτήριο ένα «ποτήριον ψυχρού ύδατος»

 Και ποιος ξέρει; Μπορεί το στοργικό της βλέμμα τη στιγμή που τον πότιζε να άνοιξε και για τον Τουρκοχρήστο τις πύλες του Παραδείσου. Όπως ακριβώς πριν πολλά-πολλά χρόνια το γεμάτο αγάπη βλέμμα του Χριστού μας άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου για ένα άλλο απόβρασμα της κοινωνίας, τον ληστή του Γολγοθά.

Αφήγηση Γεωργία Αντωνούλα