Ιστορικά & Λαογραφικά
- Εμφανίσεις: 2156
Ιστορία καί μνημεία τής Φθιώτιδας -Τριαντάφυλος Παναγιώτου -1971-Δήμος Λαμιέων ΜΑΚΡΑΚΩΜΗ Αυτή φέρει το όνομα της αρχαίας πόλεως των Αινιάνων, την όποιαν μνημονεύει ό Λίβιος εις την άφήγησίν του διά την καταστροφών της Σπερχείας άπό τούς Αϊτωλούς το 198 π.Χ.
Ερείπια της ακροπόλεως της Μακρακώμης σώζονται σήμερον ΒΔ. της

κωμοπόλεως, έπΐ. τοΰ λόφου του Προφήτου Ήλιού, λείψανα δέ περιβόλου ίσοδομικής τοιχοποιίας, περιμέτρου* 1550 μ, διατηρούνται είς καλήν κατά- στασιν (είκ. 133 και σχέδ. 11).
ΣΠΕΡΧΕΙΑΣ
Τό όνομα τής κωμοπόλεως μάς ένθυμίζει τήν άρχαίαν πόλιν των Αϊνιάνων Σπέρχειαν, ή όποια τοποθετείται δυτικώτερον. Είναι ομως πολύ πιθανόν νά όφείλεται εις τον Σπερχειόν ποταμόν, ό όποιος ρέει μεταξύ τής Σπερχειάδος και τής Μακρακώμης.Ή Σπερχειάς εύρίσκεται άκόμη εϊς τό στάδιον τής άνοικοδομήσεως, όπως και ή Υπάτη, διότι ή έκδικητική μανία τών Γερμανών κατακτητών τήν μετέτρεψεν εις σωρούς έρειπίων.
ΣΠΕΡΧΕΙΑΙ
Παρά τήν θέσιν Ελληνικά, όλίγον χαμηλότερον τής δασοστεφοϋς Άνω Φτέρης, διατηρούνται λείψανα τοϋ φρουριακοΰ κλασσικού περιβόλου τής άρχαίας πόλεως «Σπέρχειαι» (είκ. 134).

Ή στρατηγική σημασία τής άκροπόλεως εϊναι καταφανής. Τό φρούριόν έδέσποζε τής κοιλάδος τοϋ άνω Σπερχειοϋ και τής πεδιάδος, διά τήν φύλαξιν τής όποίας έτερον όχυρόν εΐχε κτισθή βορειότερον. Τμήματα τοϋ όχυροϋ τούτου σώζονται εϊς τήν Καστρορράχην πλησίον του ποταμόϋ (είκ. 134α).
Ή εκτασις τοϋ όχυρωματικοϋ συγκροτήματος μέχρι Σπερχειού πιθανόν νά άπέβλέπε παλαιότερον είς τήν παρεμπόδισιν των Αινιάνων, οί όποιοι ένήργουν έπιδρομάς κατά τών πλουσίων περιοχών τής Δυτικής Φθιώτιδος.
Φαίνεται όμως ότι τελικώς οί Σπέρχειοι κατεβλήθησαν καί οί ΑΙνιάνες ακωλύτως κατέληξαν είς τήν Υπάτην,από όπου καί ήλεγχον έκτοτε
τήν όρεινήν καί τήν πεδινήν Δυτικήν Φθιώτιδα. Είναι δέ σχεδόν βέβαιον δτι τά τείχη αύτά έχρησιμοποιήθησαν άργότερον ύπό των ΑΙνιάνων διά τήν άμυναν έναντίον έτέρων έπιδρομέων (σχ. 12).

- Εμφανίσεις: 1227
του Αδάμη Θύμιου & Ευθυμίου Τάκη
Ερείπια του Πυργόσπιτου του μεγαλοτσιφλικά Ζώτου στη Σπερχειάδα, που μας δίνουν μια αμυδρή εικόνα των πυργόσπιτων της περιοχής της Δυτικής Φθιώτιδας
Στα χωριά του Δυτικής Φθιώτιδας υπήρχαν πολλοί Πύργοι. Οι περισσότεροι ανάγονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και διασώθηκαν μέχρι τα τέλη του παρελθόντος αιώνα, ενώ τα ερείπιά τους διακρίνονται ακόμα και σήμερα.
Τα πυργόσπιτα, από όσα γνωρίζουμε κυρίως από τους περιηγητές, ήταν ψηλόκορμες κατασκευές που αναπτύσσονταν κατά τον κατακόρυφο άξονα και περιλάμβαναν τρία, τέσσερα ή και πέντε πολλές φορές πατώματα. Ήταν λιθόκτιστα, ενισχυμένα με ξυλοδεσιές ανά τακτά διαστήματα και στεγαζόταν με ξύλινες τετρακλινείς στέγες, καλυμμένες με κεραμίδια εγχώριας παραγωγής. Η κάτοψή τους τις περισσότερες ήταν τετράγωνη και είχαν δίδυμοι τοιχοποιία που ξεπερνούσε το 1,5 μέτρο πάχος για μεγαλύτερη ασφάλεια και σιγουριά. Ο τελευταίος όροφος προεξείχε έντονα περιμετρικά με τολμηρά εξώστεγα, άλλοτε ανοιχτά ως χαγιάτια και άλλοτε κλειστά ως σαχνιασιά. Αυτά στηρίζονταν σε αλλεπάλληλα οριζόντια φουρούσια και πολλές φορές, όταν το μήκος των προβολών ήταν πολύ μεγάλο ενισχύονταν και με ξύλινες λοξές αντηρίδες. Η είσοδος βρισκόταν συνήθως στον πρώτο όροφο και η προσπέλασή της γινόταν με ξύλινη κινητή σκάλα, την οποία τις νύχτες και τις περιόδου κινδύνου την μετέφεραν στο εσωτερικό του κτηρίου. Πάνω από την είσοδο υπήρχε πάντα η «καταχύστρα» ή «ζεματύστρα», απ' την οποία έριχναν ζεματιστό νερό ή λάδι όταν ο εχθρός πλησίαζε την είσοδο του πυργόσπιτου.
Στον πέτρινο κορμό του κτηρίου υπήρχαν πολλές σχισμοειδείς πολεμότρυπες, απ' τις οποίες αμύνονταν σε περίπτωση κινδύνου, ενώ τα λιγοστά παράθυρα για το στοιχειώδη φωτισμό και αερισμό των εσωτερικών χώρων βρίσκονταν στους ανώτερους ορόφους, ώστε να μην είναι εύκολα προσιτά. Αυτά είχαν συνήθως τοξωτό υπέρθυρο και προστατεύονταν πάντα από ενισχυμένες περαστές σιδεριές.
Ο τελευταίος όροφος που ήταν και η κύρια κατοικία της οικογένειας, ήταν διάτρητος από παράθυρα, ώστε να είναι πιο ευχάριστη η διαμονή. Οι κατώτεροι όροφοι χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των προϊόντων και το ισόγειο συνήθως ως στάβλος για τα ζώα. Τα σπουδαιότερα πυργόσπιτα ήταν διεσπερμένα στα εξής χωριά:
Μαυρίλο: 1. Ο Πύργος του Χατζη-Δημάκη. Σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ν' αναφερθούμε στη φθονερή αντιζηλία που υπόβοσκε ανάμεσα στους Κοντογιανναίους και τους Χαντζαίους, η οποία τελικά οδήγησε στην ομαδική σφαγή των πέντε παιδιών του Χατζηχρήστου Αναγνώστου Οικονόμου (Χατζη-Δημάκη), από το Σπύρο Κοντογιάννη, ο οποίος με την έγκριση μάλλον και του θείου του Μήτσου, διέπραξε αυτό το φρικαλέο έγκλημα. Οι λόγοι σύμφωνα με αρθρογράφους της εποχής (Βορτσέλας Ι., Κοντογιάννης Ν. Ε., Γαρδίκης Δ., Βασιλείου Π. Τσιτσάρας Γ. και Παπαγεωργίου Χ.) ήταν διάφοροι, όπως:
α. Υπήρξε από παλιά έχθρα ανάμεσα στους Κοντογιανναίους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το στρατιωτικό σκέλος και στους Χατζισκαίους-Χατζαίους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το πολιτικό σκέλος της περιοχής.
β. Ο Σπύρος Κοντογιάννης κατηγορούσε τους Χατζαίους κοτζαμπάσηδες ότι υπέδειξαν την πορεία του αρματολικού σώματος των Κοντογιανναίων στη γέφυρα της Τατάρνας, το οποίο αρματωλικό σώμα εξολόθρευσε ο Αλβανός Γιουσούφ Αράπης, ύστερα από ενέδρα. Ανάμεσα στους φονευθέντες ήταν και ο πατέρας τού Σπύρου, Κωνσταντίνος. Το λόγο αυτό στήριζε ο Σπύρος Κοντογιάννης στη στενή σχέση του Χατζη-Δημάκη με τον Αλή Πασά και στο γεγονός ότι από το Μαυρίλο εξόρμησε ο Γιουσούφ Αράπης για να ενεδρεύσει στη γέφυρα της Τατάρνας. Επίσης ήταν γνωστό σε όλους ότι ο Χατζη-Δημάκης χρησιμοποιούσε Αλβανούς φρουρούς για φύλαξη του Πύργου του και της περιουσίας του.
γ. Η άρνηση του Χατζη-Δημάκη να συγκαταθέσει στο γάμο της κόρης του Αγορίτσας με το Σπύρο Κοντογιάννη. Αν λάβουμε υπόψη τα ήθη και έθιμα της εποχής εκείνης, η απόρριψη μιας πρότασης γάμου αποτελούσε βαριά προσβολή για την οικογένεια του γαμπρού, ίσως αντιληφθούμε καλύτερα, πλην των άλλων, την ουσιαστικότερη προφανώς αφορμή του εγκλήματος.
Μετά το έγκλημα ο Σπύρος Κοντογιάννης οργάνωσε τη βίαιη απαγωγή τής Αγορίτσας, την οποία στεφανώθηκε στην Άνω Καλλιθέα της Σπερχειάδας, καθιστή καθ' όλη τη διάρκεια της τελετής επειδή αρνούνταν να τον δεχτεί ως άντρα της.
2. Ο Πύργος του Κουνέλου (Κωνσταντίνου Χατζή). Ήταν ο ψηλότερος και ο μεγαλοπρεπέστερος απ' όλους. Η ταράτσα του είχε διαμορφωθεί σε χωράφι με αμπέλι. Είχε καταπληκτική θέα προς την κοιλάδα του Σπερχειού. Ο Κουνέλος είχε μεταφέρει με πήλινους υπόγειους σωλήνες (κιούνια) το νερό από το «Σκλήθρο» στον Πύργο.
3. Ο Πύργος Τσιριμώκου Κωνσταντίνου ο οποίος διέθετε τεράστια περιου-σία στο Μαυρίλο και στο Νεοχώρι.
4. Ο Πύργος Παπα-Θάνου Οικονόμου. Σήμερα σώζεται βρύση που λέγεται «Βρύση Οικονόμου».
5. Ο Πύργος του Καλόπα.
6. Ο Πύργος Σταυρακάκη.
7. Ο Πύργος Καραμήτρου. Πανύψηλος και αρχοντικός. Συνδεόταν για λόγους ασφαλείας με την πλατεία του χωριού με υπόγεια λιθόκτιστη στοά. Στον Πύργο αυτό η παράδοση κάνει λόγο ότι δολοφονήθηκε ο Δήμαρχος Γεωργιάδης, του τότε Δήμου Τυμφρηστού, με έδρα το Μαυρίλο.
8. Ο Πύργος στη θέση «Κουτσοπυργάκου».
Οι κάτοικοι του Μαυρίλου είχαν πλουτίσει από την εκμετάλλευση των μπαρουτόμυλων κατά την επανάσταση του '21.
Νεοχώρι: Στο Νεοχώρι Τυμφρηστού υπήρχαν τα εξής Πυργόσπιτα, από το όνομα του ιδιοκτήτη:
1. Το Σβολαίικο 2. Το Φρουσαίικο 3) Το Τσολαίικο 4) Το Παναίικο και 5) Το Σισμαναίικο.
Νεοχωράκι: Υπήρχε Πύργος κυκλικός που έχτισε ο Τούρκος αξιωματούχος της περιοχής, βόρεια του Νεοχωρακίου. Διατηρείται ακόμη αυτή η ονομασία.
Πτελέα: Από την ύπαρξη Πύργου το χωριό παλιότερα έφερε την ίδια ονομασία. Ο Πύργος αυτός κάηκε και σήμερα διασώζονται κάποιες καμένες πέτρες.
Σπερχειάδα: Ο Πύργος-Κούλια του τσιφλικά Ζώτου κι ένας Πύργος-φυλάκιο στη θέση «Παλιόπυργος», απ' όπου οι επιστάτες επέβλεπαν την εργασία των κολλήγων.
Παλαιόκαστρο: Εκεί υπήρχε ο αρχοντικός Πύργος του Τσικαρονικόλα. Ο πυργοδεσπότης είχε μεγάλη κτηματική περιουσία. Μάλιστα ο καστανόλογγος που συνορεύει με το Νεοχώρι φέρει ακόμα και σήμερα την ονομασία «Τσικαρέκες».
Αργύρια: Τοπωνύμιο Πύργος συναντάται και στα Αργύρια, υποδηλώνοντας προφανώς την παλιά ύπαρξη κάποιας πυργοειδής κατασκευής.
ΠΗΓΗ...//// http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com/2011/10/blog-post_2322.html
- Εμφανίσεις: 1416
Παλιά χάνια στη Δυτική Φθιώτιδα
του Αδάμη Θύμιου & Ευθυμίου Τάκη
Το ξακουστό Χάνι Φώτη Πανέτσου στη Μεγάλη Κάψη
Τα χάνια ήταν σταθμοί εξυπηρέτησης των περαστικών (πανδοχεία). Το 1880-81 κατασκευάστηκε ο χαλικόστρωτος, αμαξιτός δρόμος Λαμίας - Καρπενησίου. Τότε, κάρα και άμαξες που τα έσερναν δυνατά άλογα με τους γραφικούς αμαξάδες εξυπηρετούσαν τις συγκοινωνιακές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής.
Ο αμαξάς-χανιτζής Κώστας Πατρίκαλος με την άμαξά του που την έσερναν τρία γεροδεμένα άλογα (1925)
Οι αμαξάδες έπρεπε απαραιτήτως να σταθμεύσουν κάπου για φαγητό, ανάπαυση και περιποίηση των αλόγων. Έτσι σε επίκαιρα σημεία δημιουργήθηκαν τα χάνια. Αυτά ήταν λιθόκτιστα στρωτά ή διώροφα με δίριχτη κεραμοσκεπή. Στο κατώι διατηρούσαν το μαγειρείο και στο ανώι τα υπνοδωμάτια. Διέθεταν περιφραγμένη αυλή όπου άραζαν τα κάρα και έδεναν τα άλογα. Τέτοια χάνια, επί του δρόμου Λαμίας Καρπενησίου, ήταν: του Χάζου στο Αρχάνι, του Κουτσαβδή, του Σκαργιώτη και του Παπανικολάου στη Μακρακώμη, της Γιανάκαινας και του Παταργιά στο Πουρνάρι, του παπα-Σακελλάρη στη Βίτωλη, τα χάνια του Λιανιού και του Κολοκύθα στον Πϋργο, του Κίτσιου και του Γκίκα στο Νεοχωράκι, του Παύλου Μιχαήλ, του Γεωργαντά, του Πατρίκαλου και του Θεοδοσόπουλου στα Ισιώματα (Άγιο Γεώργιο), του Φώτη Πανέτσου, απ' τα μεγαλύτερα και γνωστότερα και του Σακελλάρη στη Μεγάλη Κάψη.
Το Χάνι του Γιώργου Κίτσιου στο Νεοχωράκι μισοερειπωμένο
Ο χανιτζής Γιώργος Κίτσιος με τη σύζυγό του
Στη νότια πλευρά της Δυτικής Φθιώτιδας, στα Καμπιά υπήρχαν τα χάνια-πανδοχεία των: Λάγιου Αθανασίου, Κούκουνα Αριστείδη και Μαλαβέτα Δημητρίου, στην Παλαιοβράχα στον Άμπλα των: Κόντη Κων/νου και Μπαρτσώκα Αριστείδη και το μεγαλύτερο του Ανδρίτσου στη θέση «Πουρνάρι», που ακόμα στέκει όρθιο σε πείσμα του χρόνου.
Μετά τα χάνια του Άμπλα Παλαιοβράχας ο καρόδρομος κατευθυνόταν προς την
Χιλιομοδόρραχη Φτέρης, όπου το εικονοστάσι του Αγίου Τρύφωνα. Εκεί
λειτουργούσε πρόχειρο μαγαζάκι ο Νίκος Κύρκος που πρόσφερε καφέ,
τσίπουρο, ούζο ή γλυκό κουταλιού και νερό. Συνάμα γινόταν και εκφόρτωση
ή μεταφόρτωση εμπορευμάτων των κατοίκων της Φτέρης ή και Καμπιών, καθώς
και άλλων ορεινών χωριών, γιατί ο δρόμος από εκεί και πάνω ήταν πολύ
ανωφερής και κουραστικός για τα ζώα των κάρων.
Ορεινότερα, το Γαρδίκι υπήρξε σπουδαίος κόμβος που συνέδεε τον κάμπο της Λαμίας με την Αιτωλοακαρνανία. Εκεί, λειτουργούσαν τα παρακάτω χάνια, κατά σειρά όπως τα συναντούσε κανείς ανεβαίνοντας από την κοιλάδα του Σπερχειού προς το Γαρδίκι: του Στεργιάκη, του Θεμιστοκλή Παπαστάμου, του Φλώρου, του Θανάση Καλογήρου, του Γιώργου Ραχούτη και του Δημάκη. Τα χάνια αυτά, εκτός από τους περαστικούς, εξυπηρετούσαν και μια περιθωριακή μερίδα ανθρώπων του μόχθου και της καταφρόνιας, των πιο άγονων ορεινών χωριών της Ναυπακτίας, που εξασκούσαν το ...επάγγελμα του ζητιάνου, του διακονιάρη. Πολλοί, μάλιστα, ήταν εφοδιασμένοι με επίσημη άδεια της Αστυνομίας.
ΠΗΓΗ..// http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com/2011/10/blog-post_1893.html
Ο χανιτζής Φώτης Πανέτσος
- Εμφανίσεις: 1403

Ποιός είναι και που ζεί
Είναι ένα ιθαγενές ενδημικό ψάρι του γλυκού νερού της Ελλάδας, με μακρά εξελικτική πορεία, που απαντάται μόνο σε μικροϋδάτινα συστήματα της λεκάνης απορροής του Σπερχειού. Αρχικά εντοπίστηκε σε ρυάκια και φυσικά πηγάδια (μάτια) των Κομποτάδων και αργότερα στις καρστικές πηγές Αγίας Παρασκευής Φθιώτιδας. Κατά τα τελευταία χρόνια οι αρχικοί βιότοποι του ελληνοπηγόστεου στις Κομποτάδες καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα, πριν από δυο χρόνια, να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το είδος αυτό υπάρχει μόνο στις πηγές Αγίας Παρασκευής. Όμως, μετά την ολοκλήρωση ενός ειδικού προγράμματος μελέτης που χρηματοδότησε το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και εκτέλεσε το Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων του Ε.Κ.Θ.Ε., το ψάρι αυτό βρέθηκε και σε άλλα υδάτινα συστήματα (τάφρους και μάτια) των περιοχών Μοσχοχωρίου, Αγίας Παρασκευής και Κομποτάδων .
Ο ελληνοπυγόστεος είναι ένα μικρό ψάρι που δεν ξεπερνά τα πέντε εκατοστά και ζει λιγότερο από δεκαοκτώ μήνες. Το σώμα του είναι λείο και οι χρωματισμοί του συνήθως σχηματίζουν στα πλάγια ανώμαλες εναλλασσόμενες καστανόχρωμες ή κιτρινωπές ζώνες. Απουσιάζουν τελείως τα κοιλιακά πτερύγια και μπροστά από το ραχιαίο πτερύγιο υπάρχουν εννιά συνήθως ελεύθερες ακτίνες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε ορατές εξωτερικά. Τα τελευταία αυτά δυο γνωρίσματα διακρίνουν τον ελληνοπυγόστεο από τον αγκαθερό (Gasterosteus aculeatus) που είναι κοντινός του συγγενής και απαντάται στους ίδιους βιότοπους.
Ο ελληνοπυγόστεος προτιμά υδάτινα συστήματα πλούσια σε υδρόβια βλάστηση και με κρύα, καθαρά και τρεχούμενα νερά. Ωστόσο μπορεί να απαντάται και σε στεκούμενα νερά. Σε όλα τα στάδια της ζωής του κρύβεται ανάμεσα σε φυτά. Εκεί βρίσκει την τροφή του, η οποία αποτελείται από μικροσκοπικούς ασπόνδυλους οργανισμούς (προνύμφες εντόμων, καρκινοειδή,μαλάκια, κ.ά.).
Το είδος αναπαράγεται κατά τους μήνες Μάρτιο - lούλιο και τα αβγά του ωριμάζουν και αποβάλλονται τμηματικά. Το θηλυκό αποθέτει για γονιμοποίηση μικρές ποσότητες αβγών μέσα σε φωλιές από φυσικά υλικά που τις φτιάχνει το αρσενικό. Το αρσενικό, προστατεύει τα αβγά για 4-5 ημέρες μέχρι την εκκόλαψή τους. Στο διάστημα αυτό επιτίθεται σε οποιονδήποτε οργανισμό πλησιάζει τη φωλιά. Οι προνύμφες, αποκτούν τα χαρακτηριστικά των ενηλίκων σε μικρό χρονικό διάστημα.
Από τι απειλείται
Μετά την ανεύρεση του ελληνοπυγόστεου σε σημαντική αφθονία στο εκτεταμένο υδάτινο σύστημα της περιοχής Μοσχοχωρίου, το είδος δεν φαίνεται να είναι τόσο απειλούμενο όσο ενομίζετο αρχικά.
Ωστόσο, οι διάφοροι τοπικοί πληθυσμοί του ελληνοπυγόστεου υπόκεινται στην επίδραση ανθρώπινων δραστηριοτήτων (καθαρισμοί τάφρων , εποχιακή διακοπή της τροφοδοσίας τους με νερό, υδροληψίες, μπαζώματα ματιών, τεχνικά έργα, ρύπανση από ελαιοτριβεία, κλπ.) που δεν είναι όλες απαραίτητα αρνητικές για το είδος. Ορισμένες από αυτές, όπως οι καθαρισμοί των τάφρων και η δημιουργία ευτροφισμού μέσω της έκπλυσης γεωργικών λιπασμάτων , ίσως δημιουργούν σε μακροχρόνια βάση συνθήκες ευνοϊκές για το είδος.
Πώς θα προστατευθεί
Ο ελληνοπυγόστεος αναφέρέται στον Κατάλογο των Απειλούμενων Ζώων της Διεθνούς 'Ενωσης Προστασίας της Φύσης και των Φυσικών Πόρων (IUCN) και προστατεύεται με Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ. 67/81) και με αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας και της Νομαρχίας Φθιώτιδας.
Η προστασία και διατήρηση του ελληνοπυγόστεου στο παρόν και το μέλλον θα εξαρτηθεί από όλους όσους με οποιονδήποτε τρόπο εμπλέκονται στη χρήση και διαχείριση των υδάτινων πόρων της περιοχής Φθιώτιδας.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά στην αποτελεσματική προστασία του ελληνοπυγόστεου. Διότι το ψάρι αυτό όπως και κάθε άλλη μορφή ζωής που απαντάται μόνο στη χώρα μας - αποτελεί μια φυσική εθνική κληρονομιά που έχουμε καθήκον να τη διατηρήσουμε για τις επόμενες γενιές.
Πηγη../// http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com/2011/11/blog-post_4881.html

- Εμφανίσεις: 1358

Όπως μιλιούνται & ερμηνεύονται στα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας
του Νίκου Σωτηρόπουλου
Αγκωνή: Η γωνιά του τζακιού, η θαλπωρή. «Στην αγκωνή μ' θεραπεύομαι».
Αζάπι - άζαπος: Αυτός που δεν κρατιέται, που κάνει ζημιές.
Αλάνταβος: Ο βιαστικός, ο απρόσεχτος. «Αυτός είναι αλάνταβος στη δουλειά».
Αλαφιάζω: Ανησυχώ, υποψιάζομαι. «Καθώς περπατούσε το ζώο αλαφιάστηκε».
Αλισβερίσι: Σχέση, συναλλαγή, δανεισμός. «Έχουμε πάρε δώσε».
Αμπώχνω: Σπρώχνω κάποιον με τη βία για να περάσω.
Αντέτι: Το έθιμο, η συνήθεια.
Απαγαδός: Ο ήρεμος, ο αγαθός, ο αθόρυβος, ο πράος άνθρωπος.
Απειρολόητα: Τα παραμελημένα, τα απεριποίητα.
Αποκοτιά: Η τόλμη, το θάρρος, η παλικαριά.
Αποκούμπι: Το στήριγμα, η απαντοχή. «Τον έχω για αποκούμπι των γηρατειών».
Αργάζω: Ό,τι γίνεται σιγά - σιγά. «Αργάζω στη στάχτη την ίσκα».
Αρνόκρα: Τα μαλλιά των αρνιών μετά το κούρεμα.
Αρποκολλιέμαι: Πιάνομαι από κάπου, κρεμιέμαι από κάποιο κλαδί.
Αστρέχα-στρεχιάζω: Το μέρος που μας προστατεύει από τη βροχή.
Αφάλια: Η μεγάλη ζημιά. «Μας βρήκαν πολλές αφάλιες φέτος».
Αχμάκης: Ο άβουλος, ο μη υπολογίσιμος.
Βάζουν τα κοπάδια: Ο ήχος των κουδουνιών του κοπαδιού.
Βάζουν τα μελίσσια: Η βουή και η κίνηση του μελισσιού όταν γονεύει.
Βάζουν τα ρέματα: Βουίζουν από τις κατεβασιές των νερών τα ρέματα.
Βαΐζω:Γέρνω από το φορτίο. «Βάισε η μεριά του ζώου».
Βαρυγκόμηση: Η δυσανασχέτηση, η όχι καλή συμπεριφορά, η απροθυμία.
Γιέβομαι: Βασανίζομαι, κουράζομαι. «Μέ 'γιεψε μέχρι να τα καταφέρω».
Γκ'σουμανάω: Ανασαίνω βαριά από την κούραση, υποφέρω.
Γκαβώνομαι: Χάνω το φως μου. «Αυτός γκαβώθηκε κι απ' τα δύο μάτια».
Γκαρδιώνω: Παίρνω θάρρος, αναθαρρώ. «Φίλος γκαρδιακός».
Γούϊα: Η άκρη του υφάσματος.
Γούρμος: Ο ώριμος, ο γινωμένος καρπός.
Γρούμπα: Η καμπούρα, ο καμπούρης, το εξόγκωμα στην πλάτη.
Δοκιέμαι: Αντιλαμβάνομαι. «Σε δοκήθηκα όταν ήρθες».
Είναι ξεκαπίστρωτος: Ο χωρίς καλές αρχές, ο ανήθικος.
Ζαρκιάς:Ο ανυπότακτος, ο θρασύς.
Ζάρκος: Ο γυμνός, ο χωρίς προστασία.
Ζιαρίφ'κο: Το καχεκτικό, το άρρωστο, το αχαμνό.
Ζιαφέτι: Το φαγητό και γλέντι για κάποιο ευχάριστο γεγονός.
Θαλαπώνω: Κρύβω, εξαφανίζω. «Πού το θαλάπωσες και δεν το βρίσκω;».
Θαμπούλια: Πρωί - πρωί, σκοτοδίνη.
Θαραπαύομαι: Μένω ευχαριστημένος. «Θαραπαύτηκα ύπνο χθες βράδυ».
Θάφ' κα απ' την ντροπή μ': Ντροπιάστηκα πάρα πολύ.
Θρασεύω: Φουντώνω, μεγαλώνω. «Θράσεψαν οι καλαμποκιές μετά το πότισμα».
Θράσιος: Ο χαμένος χωρίς αιτία. «Αυτός πήγε θράσιος».
Θραψερός: Ο ζωηρός και γεμάτος ζωμό βλαστός των φυτών.
Θρουμπιάζω: Πεθαίνω, ψοφώ. «Έπεσε θρούμπα ή τον θρούμπιασαν».
Καζάντι-καζαντεύω: Το κέρδος, η προκοπή.
Κακοσιότροπος: Ο κακοφτιαγμένος σωματικά, ο σβαρνιάς.
Καλοπίχερα: Εύκολα, χωρίς κόπο. «Δεν θα πάρει αυτό καλοπίχερα».
Καρποστάλι: Το πολύ όμορφο κορίτσι, αλλά και έγχρωμη φωτογραφία.
Καστραβέτσι: Το μικρό άγουρο πεπόνι ή αγγούρι.
Κεσάτια: Η ανασφάλεια, η αναδουλειά. «Έχουμε κεσάτια».
Κλούκι: Το παραβλάσταρο στους τρυφερούς βλαστούς, η τσίμπλα.
Κοδέλα: Στράτα με ανηφορικές και εναλλασσόμενες στροφές.
Κολιάντζα: Η αρρώστια, το μύξιασμα, το τσίμπλιασμα.
Κοντότα: Η συνέχεια, η χωρίς διακοπή εξυπηρέτηση. «Έχω το γιατρό κοντότα».
Κοπρισιά: Τόπος με χλόη από το πολύ κόπρισμα.
Κουνούστιο: Η σχέση, η παρέα, η συναλλαγή. «Δε θέλω κουνούστιο μαζί σου».
Κριτσιανίζω: Μασώ με τα δόντια κάτι.
Κωλόκρα: Τα μαλλιά τα κοντά από την κοιλιά και το πίσω μέρος των ζώων.
Κωλοσκούτης: Ο σβαρνιάρης, ο κακοντυμένος, ο κωλοπανιασμένος.
Λάγανο: Αρρώστια στοματική στα χοντρικά ζώα.
Λαγγεύω: Λαχταρώ, σκιρτάω. «Λάγγεψε η καρδιά μου».
Λαγγιόλι: Η δίπλα της μαλλίνας ή της φουστανέλας.
Λαγιάζω: Ησυχάζω, μαζεύομαι. «Λάγιασε από τον φόβο του».
Λακνιά: Πολλά μαζί. «Αυτός έκανε μια λακνιά παιδιά».
Λακριδί: Το χαζομίλημα, η πολυλογία.
Λαμνί: Ο μακρόστενος σωρός του άχυρου και του σταριού στ' αλώνι.
Λέσιο: Το πολύ αδύνατο. Το πτώμα. «Βρωμάει σαν το λέσιο».
Λισβός: Ο αδύνατος, ο μικροκαμωμένος.
Λόθρα: Η καταστροφή. «Δεν έμεινε λόθρα (τίποτε)».
Λούζα: Εσοχή βράχου, σπηλιά, φωλιά άγριου ζώου.
Λωβιάζω: Μαγαρίζω.
Μ' έκοψε κρύος ιδρώτας: Φοβήθηκα από κάτι, ταράχτηκα.
Μάγγανα: Οι καυγάδες. «Φύγε από 'δω δε θέλω μάγγανα».
Μανατιάζω: Είμαι απασχολημένος με κάτι. «Είμαι μανατιασμένος».
Μαξούλι: Η παραγωγή, η καλή χρονιά για τα ζώα.
Μελέτι: Το σόι, η ράτσα. «Ξέρεις από τι μελέτι κρατάει η σκούφια του».
Μολαΐμικο: Το ήρεμο, το ήσυχο. «Μη φοβάσαι πέρνα, είναι μολαΐμικο ζώο».
Μολεύω: Μολύνω, μεταδίδω κάποια αρρώστια.
Μονοκοπανιά: Μια και καλή. «Τον πήραν τα βάσανα μονοκοπανιά».
Μου πρόχει: Με βολεύει, με εξυπηρετεί.
Μουλτλάκ: Οπωσδήποτε, εξάπαντος.
Μουραπάδες: Τα παραμύθια, οι ανέκδοτες ιστορίες.
Μουσκ'φός: Ο ύπουλος, ο πονηρός, ο εχθρικός άνθρωπος.
Μουχός: «Έγινε μπουχός, έγινε άφαντος».
Μπερτάχι: Το δάρσιμο με τη γκλίτσα. «Τού 'δωσα ένα καλό μπερτάχι».
Μπιζιρίζω: Χαζεύω, υποαπασχολούμαι, δουλεύω με άνεση.
Μπινάρκα: Τα δίδυμα παιδιά ή ζώα.
Μπουχαρής: Η καμινάδα του τζακιού.
Μπουχτίζω: Βαριέμαι, αποκάνω. «Μπούχτισα, δεν αντέχω άλλο».
Μπόχα: Η ανυπόφορη βρωμιά, η δυσοσμία. «Με πήρε η μπόχα».
Μπροστούρα: Η διογκωμένη και προεξέχουσα κοιλιά.
Μπροχαλίζω: Καταβρέχω με νερό, που κρατώ στο στόμα (αμπούκα).
Νταβαντούρια: Φασαρία, δυνατός θόρυβος. «Απόψε είχαμε νταβαντούρια».
Νταμαχιάρης: Ο αχόρταγος, ο ανικανοποίητος. «Αυτός είναι νταμαχιάρης σ' όλα».
Νταραβέρι: Συναλλαγή, αλληλοβοήθεια. «Μ' αυτούς έχουμε νταραβέρι».
Ντερώνομαι: Τεντώνομαι για να ξεμουδιάσω. «Αυτός ντερώθηκε».
Ντζιανός: Ο σβέρκος. «Θα σου στρίψω το ντζιανό».
Ντιριέμαι: Επιφυλάσσομαι, ντρέπομαι. «Μη ντιριέσαι, φάε, λένε στον ξένο».
Ντουχνιάζω: Σηκώνω σκόνη, καπνό. «Ντούχνιασε ο τόπος από την αντάρα».
Ξεθαλιάς: Ο ψηλός, ο εύσωμος. «Πήρε άντρα ξεθαλιά».
Ξέθρα: Ο τόπος χωρίς θάμνους, το ξέφωτο, η φαλάκρα.
Ξενάρτσωτα: Τα χωρίς πληρωμή ή επιβάρυνση είδη.
Ξερνομή: Η ξερή τροφή των ζώων. Τα ξερόχορτα.
Ξεσβελιάζομαι: Καταστρέφομαι, χάνομαι. «Αυτή η οικογένεια ξεσβελιάστηκε».
Ξεσυνερίζομαι: Συναγωνίζομαι, παίρνω στα σοβαρά κάτι, παραβγαίνω.
Ξικεύω: Αφαιρώ, λιγοστεύω. «Με ξίκεψε ο μυλωνάς στο ζύγι».
Ξόμπλιο: Κεντίδι, στόλισμα.
Ξυλάστρα: Το ακόπριστο, το αγανό χωράφι.
Ολοσούμπιτος: «Ολόσωμος έπεσε μέσα σε κάτι, βούλιαξε ολόκληρος».
Παθής: Ο άρρωστος, αυτός που έπαθε κάτι. «Εγώ είμαι παθής».
Παλαμοδέρνω: Κακοποιώ, πληγώνω τις πατούσες των ξυπόλητων ποδιών.
Παλιομούσκι: Το μεγάλο μοσχάρι.
Πανωτίμι: Πάνω από την κανονική τιμή στην αλλαγή, η τράμπα.
Παραδέ: Προπαντός.
Παραπούλια: Παράρριζα, κωλοφούσια των φυτών.
Πέτακας: Απότομη πλαγιά, σάρα, γκρεμός.
Προσαμώνω: Σκεπάζω, παραχώνω, επικαλύπτω.
Προσμπούκι: Πρόχειρο φαγητό, κολατσιό.
Ραγολογάω: Διαλέγω τις κόκκινες ρόγες του σταφυλιού στ' αμπέλι.
Ρακαριό: Το μέρος που βγάζουν τα τσίπουρα με τα ρακοκάζανα.
Ρεγάλο: Το δώρο, η αμοιβή για κάποια εξυπηρέτηση.
Ρεκάζω-ρέκος: Φωνάζω δυνατά και άγρια. «Τον έκοψε ο ρέκος ή ρέκαξε από τον πόνο».
Ρεμπεσκές: Ο άχρηστος, ο τεμπέλης, ο ανίκανος.
Ρεντές: Δοχείο με νερό και ειδικό στραγγιστήρι το μπουτσινάρι.
Ριβώνω: Λοξεύω, αλλάζω στράτα.
Ριέμι: Υποχείριο, υποδουλωμένο. «Κατάντησε ριέμι στον καθένα».
Ρίπιο: Το ετοιμόρροπο, το κατεστραμμένο, το επικίνδυνο μέρος.
Ρογγατσίδι: Ο μικρός και άφυλλος θάμνος (ζγαντζοπούρνι).
Ρόννι-ροννιά: Ο αδιαπέραστος με θάμνους τόπος, ο δασωμένος.
Σάψαλο: Το γερασμένο, το παρηκμασμένο. «Αυτός σαψάλιασε».
Σε προσήφερα: Σε κοίταξα και σε αναγνώρισα από το σόι.
Σελετάω: Κινούμαι με επιφύλαξη, περπατάω αργά και κουρασμένα.
Σιάτρα: Το εύθυμο ανέκδοτο, το ευχάριστο κουτσομπολιό.
Σμέτι: Το τελευταίο στο κοπάδι, το αδύνατο, το αχαμνό, το μικρόσωμο.
Σοϊλής-Ναμαρλής: Αυτός που κατάγεται από καλό σόι.
Σουρτούκης: Ο άτσαλος, ο άκομψος, ο κακοφτιαγμένος.
Σπουλάκι: Υποχρέωση. «Στό 'χω για σπουλάκι αυτό».
Σταλικοποδιάζω: Στέκομαι όρθιος, περιμένω με αγωνία κάτι.
Στανιό: Η δυσκολία. «Με το στανιό πέρασα τη μέρα».
Στραπάλαμα: Ο παραλυμένος, ο παραμορφωμένος, το σαράβαλο.
Στρουμπαριάζω: Φουσκώνω από το πολύ φαγητό και δεν χωνεύω εύκολα.
Στροφάζω: Κοιλοπονώ. «Στροφάζει το ζώο και κυλιέται κάτω».
Συνταρχάω: Παρακινώ, φροντίζω. «Συνταρχάω τη φωτιά με το ξυθάλι».
Συφερεύω: Νοικοκυρεύω, τακτοποιώ ιδίως την κουζίνα. (σύφερο: το σκεύος).
Σφούρλα: Στροφή γύρω από τον εαυτό, γυροβολιά.
Τενιάζω: Κουράζομαι, αποκάνω. «Τένιασα, δεν αντέχω άλλο, θα πέσω κάτω».
Τενταρίκι: Ξαπλωμένος κάτω, εξαθλιωμένος από την κούραση.
Το έκοψα λάσπη: Από φόβο άλλαξα δρόμο, έφυγα...
Το καλούν οι μέρες: Η επισημότητα των γιορτών
Τον έκοψε η νίλα: Υπέφερε πάρα πολύ, βασανίστηκε.
Τορός: Τα ίχνη, πατήματα. «Το ζαγάρι έπιασε τορό».
Τραβ'γμοί: Οι πόνοι του τοκετού, οι συσπάσεις κατά τη γέννα.
Τραναρίζω: Κουνάω πέρα δώθε κάτι.
Τρεμοκουρίζω: Κρυώνω πολύ. «Τρεμοκουρίζει σαν το ζαγάρι από το κρύο».
Τριτσοβολάω: Οι ήχοι της φωτιάς. «Τριτσοβολάνε τα κούτσουρα στο τζάκι».
Τριψιάνα: Το τριμμένο ψωμί μέσα στο γάλα, ή άλλο ζουμερό φαγητό.
Τσαλαφούτι: Το φρέσκο γαλοτύρι στην καρδάρα.
Τσαλμάκι: Επιδέξια κίνηση στο χορό, ιδιοτροπία, κόλπο και τρόπος αποφυγής.
Τσεμπεσείρια: Τα διάφορα κουζινικά σκεύη.
Τσιαμπάς: Ο σβέρκος. «Τον έπιασα από τον τσιαμπά».
Τσιάχαλα: Τα μικρά αντικείμενα ή σκουπίδια.
Τσικροστύλιαρο: Το στύλιωμα του τσεκουριού.
Τσιλικώνω: Ενισχύω, δυναμώνω κάτι. «Τσιλικώνει ο σιδεράς τα σίδερα στ' αμόνι».
Τσιουπορίσιο: Το μικρόσωμο, αυτό που αντέχει στις κακοτοπιές.
Τσιρλοκοπιό: Η διάρροια, ο τόπος αποπατήματος.
Τσιρουτεύω: Ζημιώνω, αδυνατίζω, αρρωσταίνω.
Τσουρνάρα: Το σιγανό τρέξιμο του νερού της βρύσης.
Τσούχνω: Πίνω κάποιο ποτό ή βάζω φωτιά κάπου. «Αυτός τα έτσουξε».
Φαγάρι: Το φαγητό της μέρας. «Θέλω ένα ή δύο φαγάρια την ημέρα».
Φαλκίδι: Το κλαδευτήρι (φαλκιδεύω, κόβω κάτι).
Φαουλάτο: Το φαγώσιμο, το γλυκό, το ευχάριστο στη γεύση.
Φελί: Μικρό κομμάτι. «Πάρε ένα φελί πίτα».
Φέξο: Το καντήλι, το λυχνάρι, το δαυλί.
Φερσάδα: Μικρό πέρασμα, σχισμή.
Φλέγγα: Η μικρή φέτα ξύλου από το πελέκημα του ξύλου ή τυριού.
Χαβάς: Ο ευνοϊκός ή μη καιρός. Ο κατάλληλος καιρός για σπορά.
Χαβώνομαι: Αιφνιδιάζομαι, πιάνεται η γλώσσα. «Τον χάβωσε λύκος».
Χαζιρεύω: Τελειώνω, βρίσκομαι στο τέλος κάποιας εργασίας.
Χαζοπρεμέτης: Ο κουτός, ο χαζός. «Παντρεύτηκε ένα χαζοπρεμέτη αυτή».
Χαλεύω: Ζητιανεύω, ζητώ. «Μου χάλεψε δανεικά», «Τι χαλεύεις εδώ;».
Χανταβάρα: Η καταστροφή, ο κατήφορος, η φασαρία.
Χαραμοφάης: Ο τεμπέλης, ο ανάξιος, ο ανεπρόκοπος.
Χαράρι: Μεγάλο σακί από χεράμι για το κουβάλημα του άχυρου.
Χαρέλια: Οι μικροχαρές των παιδιών, αλλά και οι φοβέρες (τα χαρέλιας).
Χλίβομαι - χλιμάρα: Αγωνίζομαι, προσπαθώ να επιτύχω κάτι με πολλούς κόπους.
Χολογιέμαι: Βογγώ, υποφέρω (βογγητό).
Χολοπαθιέμαι: Βασανίζομαι, υποφέρω. «Χολοπαθιόταν ο δόλιος».
Χολοσκάω: Στενοχωριέμαι πολύ. «Με χολόσκασε μέχρι να το φτιάξω».
Χούγια: Οι άσχημες συνήθειες, οι ιδιοτροπίες.
Χουγιατά: Οι φωνές του τσοπάνη, για την απομάκρυνση των λύκων. Το χουχούτεμα.
Χωρατό: Το αστείο, το πείραγμα, η ευχάριστη συζήτηση.
Ψωμοχλίψη: Ο δύσκολος αγώνας για την εξασφάλιση του ψωμιού της φαμελιάς.
Πηγη..// http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com/2011/11/blog-post_07.html#more