Φτέρη Φθιώτιδος

Ιστορικές Λαογραφικές & Φωτογραφικές μνήμες

santaxionia

-Σηκωθείτε κι ετοιμαστείτε για το σχολείο. Χιονίζει έξω.
Στη στιγμή πετάχτηκαν τα δασκαλούδια και κρεμάστηκαν στις κουρτίνες. Ούτε που το κατάλαβαν πότε ντύθηκαν, πότε ήπιαν το γάλα, πότε πήραν τη σάκα, πότε βγήκαν στο δρόμο...
Σαν μεγαλώσεις και νοήσεις καταλαβαίνεις του χιονιού τα κάλλη και τα πάθη. Τότε καταλαβαίνεις γιατί όταν πιτσιρίκος χοροπήδαγες με τις πρώτες νιφάδες οι γονιοί έβγαζαν τη ζάντζα και δεν ήθελαν ούτε να τ΄ ακούνε. Τι να πρωτοσκεφτούν οι δόλιοι: Τη θέρμανση και τη μόνωση του σπιτιού; Πώς να ζεστάνεις ένα ολόκληρο σπίτι με ένα τζάκι ή με μια ξυλόσομπα. Πώς να στομώσεις το ψοφόκρυο που έμπαζε από τα ξύλινα πορτοπαράθυρα. Άντε από τα χαράματα ν΄ ανοίξουν το ντορό στην αυλή για την παγωμένη βρύση, για το κοτέτσι, για το χαγιάτι με τα ζωντανά. Για το υπαίθριο καμπινέ όπου πήγαινες για τις ανάγκες σου και γύρναγες καταψυγμένος.
Μάντευαν τον καιρό οι παλιοί, χωρίς χάρτες και δορυφόρους. Όπως ο αείμνηστος Ρεγκούζας στη Σπερχειάδα. Ούτε ο Κλέαρχος, η Σούζη κι ο Αρνιακός τους έφταναν. Διάβαζαν τη φύση, ήξεραν τα μυστικά τους κι έκαναν τα κουμάντα τους:
- Θα μας ασπρίσει απόψε. Στρώνουν τ΄αγριοπούλια στο χώμα. Λαλάνε τα κοκόρια στην κούρνια. Χλιμιντρίζουν και βελάζουν τα ζώα περίεργα. Όρθιο το φεγγάρι ...κι άλλα πολλά.
Χιόνια, κρούσταλλα, παγωνιές κι «ατέλειωτοι οι χειμώνες». Χωρίς αλατιέρες κι εκχιονιστικά. Ήτανε φορές που έκαναν πολλά μερόνυχτα να δούνε Θεό. Με ένα φτυάρι πάλευαν. Μόνο στις αρρώστιες και στις ανημποριές κιότευαν.
Και τώρα απολαμβάνεις το πρώτο χιόνι της χρονιάς, με τη σιγουριά του συνταξιούχου κι αργόσχολου γαρ, ραχατεύεις με τη συνοδειά του τζακιού και με την πλάτη στο καλοριφέρ.
Αναπολείς, νοσταλγείς και το φιλοσοφείς. Πολεμούν τα συναισθήματα μέσα σου. Ζηλεύεις τη δύσκολη νιότη σου και θέλεις να την ξαναζήσεις. Σαν να είσαι ένοχος, λες κι εσύ φταις που μεγάλωσες.
Κάπου κάπου φλυαρείς Ώσπου κάποιες φωνούλες στο δρόμο σε επαναφέρουν στα τωρινά:
-Δεν έχουμε μάθημα σήμερα, τι καλά!
Με δύο πόντους χιόνι και τους δρόμους ανοιχτούς…
 
Κείμενο Βασίλης Κανέλλος