
Δημώδη και Δημοτικά ποιήματα για τη Φτέρη
Δόξα στον προστάτη μας Αι _ Γιώργη καβαλάρη να ζήσει η Άνω Φτέρη μας της Ρούμελης καμάρι Γιατί εσύ ανέδειξες τον Άρχοντα Νίκο Φτέρη εσύ και τον Κατσούδα μας το άξιο παλικάρι Εσύ και τη Μαρία μας την άξια Αμερικάνα για τα καλά τα έργα της ευγνωμονούμε πάντα Εδώ το λένε Ρούμελη το λένε Άνω Φτέρη πού΄χει τα κρύα τα νερά Πουρί και Πολυνέρι.
Κων/νος Ευαγ. Σακελλάρης 1971
Κύριε μου τι να γίνηκαν οι μαύροι Κατσουδαίοι ; Κι' ουδέ στη Πάτρα φαίνονται ουδέ στον Άγιο Σωστή. Ο Φλώρος ο περήφανος ο κάλεσος Κατσούδας Πού ήταν στους κάμπους φλάμπουρα και στα βουνά μπαϊράκια Κατσούδας πάει στα Γιάννενα πάει να προσκυνήση
΄΄ Πολλά τα έτη ντουβλετή΄΄
΄΄Καλώς τον τόν Κατσούδα΄΄
΄΄Κατσούδα κάτσε καταγής , κάτσε να σε ρωτήσω.Πολλά σκιαγαίτια μούρθανε απ΄όλα τα βιλαέτια. Απ' Άγραφα και Πατρινό κι απο το Καρπενήσι΄΄
΄΄Αλήθεια αφέντη μ΄σούρθανε και να με συμπαθήσεις. Χίλια φλουριά καζάντισα τώρα να στα μετρήσω. Να διώξουμε τους Βαλτινούς και τους Κοντογιανναίους΄΄
Κι ο Αλή Πασάς δεν άκουσε τού κόψε το κεφάλι.
( Αλλη παραλαγή του ίδιου )
Πάει ο Κατσούδας στον Πασά πάει να προσκυνήσει Πολλά τα έτη ντουβλετή και του φιλεί τη γούνα. Κατσούδα κλάψες μούρτανε από τα βιλαέτια.
Χαλάς της Πάτρας (Υπάτης) τα χωριά κι’ όλο το Λιδωρίκι.
Τσου παίρνεις σκλάβους τα παιδιά και τσούκαψες τα σπίτια.
(Άλλη παραλλαγή )
Κατσούδα, Πολλά σκαέτια μούρτανε από τα βιλαέτια.
Απ τ’ Άγραφα και Πατρινό, Βάλτο και Καρπενήσι, πως έκαψες τρια χωριά τρια κεφαλοχώρια.
Αργύρια και τη Σέλιανη και το Κυριακοχώρι.
Αλήθεια αφέντη μ’ σούπανε κι ήρθα να προσκυνήσω.Χίλια φλουριά καζάντησα κι ήρθα να τα μετρήσω. Κι αν θέλεις για τσιράκι σου τον άξιο Κατσούδα ας διώξουμε τους Βαλτινούς και τους Κοντογιανναίους.
Αλή πασάς σαν τ’ άκουσε φωνάζει τον Τζελάτη (Δήμιο) και το κεφάλι τούκοψε εκεί που προσκυνούσε.
Τρέμουν τα κάστρα του Μοριά κι ούλα τα βιλαέτια,τρέμει κι η δόλια Ρούμελη απ’ τον Καραϊσκάκη, την εκστρατεία πούκανε πέρα για την Αθήνα.
Πιάνει και γράφει γράμματα σ’όλους τ’ς καπεταναίους.
Σε σένα Ίσκο διάολε, Γιολδάση απ’ τη Δομνίστα Σταμούλο Γάτσο κιαρατά, Κατσούδ’ ανδρειωμένε, τεμπελχανάς κατάντησες καημέν’ Αραπογιάννη,να κάθεσαι στο Μούσδροβο να καθαρίζεις μήλα ενώ τ’ αδέρφια σφάζονται στο κάστρο της Αθήνας.
Κι εδώ ο τραγουδιστής λαός ανεβάζει τον Κατσούδα στο πάνθεο «της αρετής και της τόλμης», τον ξεχωρίζει από όλους τους άλλους. Μήτε διάολος, μήτε κιαρατάς, μήτε τεμπελχανάς, αλλά παληκαράς-ανδρειωμένος.
Του Βαρδουσιού μας έλατα του Βελουχιού πλατάνια τι έχετε και μαραίνεστε γιατί είστε μαραμένα;
Αυτού που ακουγότανε τα κλέφτικα τραγούδια; Μας άφησαν οι σύντροφοι μέσα στη δυστυχία.
Ο Φλώρος ο περήφανος κι ο κάλεσος Κατσούδας πού ήταν στούς κάμπους φλάμπουρα και στα βουνά μπαϊράκια.
Ένα ’ξωκλήσι ιστορικό τ’ Αϊ – Γιώργη Καβαλάρη
της Κάτω Φτέρης καύχημα της πάνω το καμάρι.
Σε δροσερή και πράσινη βουνοπλαγιά κτισμένο
λάμπει κι αστράφτει ολόλευκο με θείο φως λουσμένο.
Κρυφό Σχολειό ήταν στα παλιά σκορπούσε φως και
γνώση,
εκεί δεν πάτησε Τουρκιά το χώμα να λερώσει.
Είχε Φτεριώτες διαλεχτούς της Ρούμελης βλαστάρια,
που πολεμούσαν τους εχθρούς σαν άξια παλικάρια.
Για ιδέστε το από ψηλά λες κρυφοκαμαρώνει,
ευχές μας στέλνει μυστικά και την καρδιά φτερώνει.
Ας ευχηθούμε όλοι μας μ’ ένα παλμό στα στήθια,
ο Άγιος Γιώργης να σκορπά την άγια Του βοήθεια.
Καίτη Καραδόντη – Λάμπου.
Θανάση Διάκο, που το φως της Λευτεριάς ανάβεις
και συνταράζεται η γενιά, σαν τ’ όνομα σου λέει…
Ο τόπος, που μαρτύρησε, προσκύνημα εγίνη
κι εικονοστάσι τούστησε, Ρούμελη, Ρωμιοσύνη!…
Προφητικός ο λόγος σου, αλήθεψε η ευχή σου!
Θρεμμέν’ από το αίμα σου, πούχε αντρειωμένο σπόρο,
γίγαντες δέντρα εφτάκορφα, από τη γη φύτρωσαν…
Καίτη Καραδόντη – Λάμπου.
«Χτυπά και τρίζουν τα βουνά, σείονται τα
λαγκάδια,
ας είν’ καλά η Αμερική μ’ αυτά τα παλικάρια.
Αν έχει πίκρα η ξενιτιά και πόνο κάθε μάνα,
γιαυτό και τα παιδάκια σου, σου στέλνουνε καμπάνα.
Ν’ ακούγεται στον Τυμφρηστό, στην Όρθρυ και στην Οίτη,
Στη ζηλευτή τη Γουλινά, να αντηχούν οι ήχοι».
Παπα-γιώργης Σακελλάρης
Τρόμος ήν κι αν τις να είπη
Δίμηνον ν' άρπαξ' η γρύπη
τόσα θύματα στον τάφο
Ασθενείς δεν περιγράφω
ούτε χείρες εις το σκάπτειν
Κάμνοντες θρηνείν και θάπτειν
της Αντίνιτσας τη χάρη
τρέχ' ο κόσμος για να πάρη
της Αγάθωνος να φέρη
έντρομος στην Άνω Φτέρη
πού η χάρις κάνει θαύμα
παύη θραύσις εν τω άμα
Εφημέριος Παπαγεώργης Σακελλάρης
( κρατήθηκε η ορθογραφία και το συντακτικό από το πρωτότυπο)
Φτέρη μου δασοστέφανη η χάρις σε κοσμεί
και Μοναστήρι ήκμαζε σ’ αρχαίαν εποχή.
Πολλοί ιερομόναχοι λειτούργουν τον ναόν
βρίσκονται δε και λείψανα Βυζαντινή εικών.
Με δάκρυα την είδομεν για μας αγωνιά
δέεται ν’ αποφύγωμε πολέμου τα δεινά.
Εφημέριος Παπαγεώργης Σακελλάρης 1897
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΣΤΗ ΦΤΕΡΗ
Άκου χτυπά εσπερινός άκου και το τριζόνι,
άκου την νεροχέλωνα στη Φτέρη σαν νυχτώνει.
Άκου κελάρισμα πηγής, το φύσημα τ’ αγέρα,
άκου και τη γλυκόλαλη τσοπάνου τη φλογέρα.
Άκου τ’ αηδόνια στον Κλειτσό, στην Κουκουκουρή τον
Κούκο,
ευλαβικά ΄νας γέροντας κρατάει στο χέρι σκούφο.
Πέρα στη Στεφανόρραχη κοπάδι με κουδούνια,
κι ένα μωρό χαμογελά μεσα από την κούνια.
Στο δάσος της Μαυρόρραχης φωλιάζουνε τρυγόνια,
και όλους μας διδάσκουνε αγάπη και ομόνοια.
Στα τείχη τα Ελληνικά γίνεται πανηγύρι,
και φέρνουν στα μελίσσια τους οι μέλισσες τη γύρη.
Στου Αϊ-Βασίλη το σχολειό χορεύουν αγγελούδια,
στου Μπακογιάννη τις ελιές γιορτάζουν τα λουλούδια.
Και στην Κουνούκλα χαιρετά ο ήλιος πρώτα–πρώτα,
και γέρνει προς τον Τυμφρηστό κι ανάβουνε τα φώτα.
Μπαίνουμε μεσ’ την εκκλησιά τα γόνατα λυγίζουν,
το ιερό το δάπεδο τα δάκρυα ποτίζουν.
Ψάλλει ο Δημήτρης δεξιά κι έναντι ο Ζαρναβέλης,
και λέει το εκέκραξα ο Κέστος ο Βαγγέλης.
Ο παπα-Γιώργης στ’ άδυτα μυσταγεί τους πάντας
κι ο παπα-Κώστας δέεται προς τους αγίους Πάντας.
Όλοι αυτοί προσεύχονται τον Πλάστη ευχαριστούνε,
κι οι άλλοι με κατάνυξη κι ευλάβεια ακούνε.
Εν Αθήναις τη 21η Μαΐου 1955
Δημήτριος .Ευαγ . Πετσάλας
Αναγνώστη, αν είσαι από τη Φτέρη
θυμήσου…!
Στο έμπα του χωριού μας
αριστερά
μερόνυχτα πολλά
οι μορφές των αγαπημένων
ζωντανές από την αγάπη μας
και σμιλευμένες από την απουσία τους
καρτερούν να καμαρώσουν
τον ερχομό σου.
Μην κλαις, αν ξεχάστηκες μακριά.
Ετούτοι, και μνήμη κι αισθήσεις έχουν.
Μίλα τους, για τα όνειρα και τις αγωνίες σου.
Μίλα τους, για τα όποια έργα σου.
Κι ύστερα χαιρέτησε τους
με μνημοσύνης σεβασμό
και προχώρα…
Να θυμάσαι όμως πάντα
πως οι νεκροί
και μνήμη κι αισθήσεις έχουν.
Είναι τα μόνα
που ανασταίνει η αγάπη.
(Αργύρης Αργυρίου, Αριστερά του μηδενός, σελ. 33).
Η ΓΟΥΛΙΝΑ
Ω Γουλινά πανέμορφη και πρασινοντυμένη
σε χαιρετούνε τα βουνά, σε προσκυνάει ο κάμπος
κι ο ιστορικός ο Σπερχειός το θαυμασμό του στέλνει.
Γιατί από σε ξεκίνησαν τα πρώτα παλικάρια,
να πολεμήσουν τους εχθρούς, με λόγχες, με λιθάρια,
με γκράδες και με δίκαννα μ’ αξίνες και χαντζάρια.
Θά ’ρθω μια μέρα Γουλινά να σκύψω στις πλαγιές σου,
να κόψω αγριολούλουδα, δακράκια να συνάξω
να πιω το κρουσταλλλένιο σου νερό απ’ τις πηγές σου,
να θυμηθώ τους σταυραετούς, που ’πέσαν και να
κλάψω!
Να κλάψω βουβά λυπητερά, να κλάψω πονεμένα,
να κλάψω απ’ την καρδούλα μου ολημερίς θλιμμένα,
να τραγουδήσω κλέφτικα, τραγούδια μοιρολόγια,
ν’ αντιλαλήσουν οι κορφές, να βουβαθούν τ’ αηδόνια,
να μαραθούνε τα κλαριά να πάψουν να θροΐζουν
και τα ψηλά τα έλατα να σιγοψιθυρίζουν.
Γεώρ. Κ. Κόντος 1981 Αθήνα.
Χαίρετε σεις που στήσατε στη Φτέρη πυραμίδα,
για ’κείνους που επέσανε για τη γλυκιά Πατρίδα.
Ορμητικοί σαν λέοντες στ’ απρόσιτα βουνά,
τ’ αγνό των αίμα έβαψε εκεί στον Γολγοθά.
Του Διάκου μας απόγονοι με αίσθημα γενναίον
συντρέξατε με στέφανον εις τον βωμόν τον νέον.
Λιβανωτή περήφανη καμαρωμένη Φτέρη,
παληκαριά και αρχοντιά Κατσούδα – Νίκου Φτέρη.
Για σένα Τούρκοι κρέμασαν τον άρχοντα Πετσάλα,
κρατείς βαθιά στα σπλάχνα σου ιστορικά μεγάλα.
Του Κακατέ στο Νιόκαστρο, Τσούστα στο Μεσολόγγι,
θα ψάλλουν ’δω τους θρύλους τους οι των αηδόνων
φθόγγοι.
Έχεις ενδόξους κορυφάς κι ακρέμονας με χάρι,
γι’ αυτό πολύ σ’ αγάπησε το κάθε παλικάρι.
Για να γραφεί αθάνατο εδώ στην άσπρη στήλη,
με της πατρίδος τον παλμό, με τη χρυσή της ύλη.
Δάφνες μυρσίνες θα κοσμούν τ’ αθάνατο μνημείο,
των απογόνων καύχημα της δόξης μεγαλείον».
Παπαγεώργης Σακελλάρης
Επιμέλεια κειμένου Σπύρος Βασ. Παπακώστας