
Κάθε σπιτικό στην αρχή της νέας χρονιάς αγόραζε το ημερολόγιο του τοίχου, αλλά και το «προφητικό ημερολόγιο», τον Καζαμία. Τριακόσια εξήντα τόσα κολλημένα χαρτάκια που στην μπροστινή τους όψη είχαν την ημέρα, το μήνα, το αριθμό και την όποια γιορτή και στο πίσω μέρος συνήθως ένα τετράστιχο.
Σ΄ αυτό και στο ρολόι έπεφτε το πρώτο βλέμμα της ημέρας, μικρών και μεγάλων. Και πόση χαρά σαν έδειχνε το Σάββατο, αλλά και κατήφεια τη Δευτέρα. Αναγαλλιάζαμε την προπαραμονή των Χριστουγέννων, το Σάββατο του Λαζάρου… «Κυριακή, γιορτή και σχόλη να ΄ταν η ζωή μας όλη».
Με αυτό δε χάναμε την αίσθηση του χρόνου. «Πέρασαν τα Μεγαλόγιορτα, έφτασαν οι αποκριές, ήρθε η άνοιξη και η Λαμπρή, μας άφησε το καλοκαίρι, ήρθε ο χειμώνας…». Με το βλέμμα τους σ΄ αυτό οι γονιοί κάνανε τα κουμάντα τους, με αυτό άρχιζε και τέλειωνε η καθημερινότητά μας.
Κι εκείνα τα γλαφυρά στιχάκια, πότε ερωτικά, πότε σατιρικά και γνωμικά, τα αντιγράφαμε στις σελίδες κάποιου βιβλίου. Η αδυναμία και της μάνας, που τα συλλάβιζε, τελειόφοιτη γαρ της «πρώτης μικρής», σαν ξαπόσταινε από τις δουλειές.
«Σ΄ αγάπησα και σ΄ αγαπώ,
θα σ΄ αγαπώ αιώνια.
Πάντα θα σε λαχταρώ,
σε όλα μου τα χρόνια».
Και πόσα από κείνα τα χαρτάκια, σημαδιακές ημερομηνίες, δεν καταχωνιάζονταν σε κάποιαν άκρη και για πολύ καιρό ως ενθύμια. «Η αιωνιότητα βρίσκεται στην καρδιά κάθε στιγμής» λέει ένας σοφός.
Όσο κι αν «χορταίνει» το μάτι τα καλαίσθητα και πολύχρωμα, με ή χωρίς σπιράλ, σημερινά επιτοίχια ημερολόγια, τίποτε δεν μπορεί να σβήσει από τα βάθη του μυαλού εκείνα τα νοσταλγικά «ραβασάκια» του χρόνου, αποτύπωμα μιας απλής, αφτιασίδωτης κι όχι δήθεν
Κείμενο Βασίλης Κανέλλος