Λένε ότι η ιστορία είναι συχνά άδικη προς ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Τρανταχτό παράδειγμα το Έπος του ’40. Αρκούντως συναισθηματικά τα όσα θα διαβάσετε παρακάτω, υπηρετούν ακριβώς αυτό το ιστορικό αναπάντητο: Πώς, δηλαδή, ένα δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, ένα φαινόμενο,  ψυχολογικά και ιστορικά απροσδόκητο, ξεχάστηκε, σχεδόν σα να μην υπήρξε ποτέ.

Τι απέμεινε από τη λάμψη του μεγάλου συμβάντος; Πόσοι από τους παλιότερους και πόσοι νεότεροι, ενήμεροι αυτοί από τις διηγήσεις των μεγαλύτερων, θυμούνται σήμερα τους περήφανους μαχητές, που ταπεινωμένοι στη συνέχεια με την κατάρρευση του μετώπου, έφταναν ο ένας μετά τον άλλον στα χωριά τους και τις γειτονιές τους, σέρνοντας τα πληγιασμένα από τα κρυοπαγήματα πόδια τους;

Πώς μπόρεσαν, οι ίδιοι, να βγάλουν από τη θύμησή τους το σηματάκι με την ένδειξη "ανάπηρος πολέμου", καρφιτσωμένο στο πέτο τόσων συνανθρώπων τους, που είτε με τις πατερίτσες, είτε τσακισμένοι μ’ ανήμπορα μέλη, με λειψή υγεία κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους;

Κι ακόμα, ποιος θυμάται εκείνες τις ανασούμπαλες χλαίνες, τα μόνα δώρα της ευγνωμονούσας πατρίδας, που ζέσταιναν για χρόνια τα ισχνά κορμιά τών, βιοτικά και ψυχικά αναξιοπαθούντων απομάχων, μέχρι να τις αντικαταστήσουν με κάποιο πανωφόρι του εμπορίου;

Πώς ξεχάστηκε εκείνη η πινακιδίτσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς που πρόβλεπε κάποιες θέσεις για τους ανάπηρους πολέμου; Και η συναφής, συχνή έκκληση των εισπρακτόρων των λεωφορείων προς τους καθήμενους συνεπιβάτες: "Μια θέση για τον ανάπηρο παιδιά!…"

Κι αργότερα, πώς απαλείφθηκε από τη μνήμη μας η, ζοφερής μνήμης και αχρείαστης δημόσιας αναλγησίας, ομάδα συμμαθητών, αυτή, η κατονομαζόμενη ως "ορφανών πατρός";

Και οι άλλοι συμμαθητές μας, τα παιδάκια των ορφανοτροφείων, με τα αποκλειστικά φαιού χρώματος, ομοιόμορφα ρουχαλάκια τους, που στιγμάτιζαν, τόσο εμφατικά, τις πολύχρωμες φορεσιές ημών των υπολοίπων;

Πότε προφτάσαμε και τους απαρνηθήκαμε όλους αυτούς; Πώς έγινε και τους βγάλαμε από τη ζωή μας; Πώς τους γυρίσαμε την πλάτη;

Ακόμα και η λογοτεχνία, που τόσα έχει προσφέρει στην εμπέδωση της κοινής ιστορικής συνείδησης, δεν έχει ενδιαφερθεί, όσο θα περίμενε κανείς, γι’ αυτό το ιστορικό καύχημα, το πιο τρανταχτό "όχι" της νεότερης ιστορίας μας. Ό,τι έχει γραφτεί περιορίζεται σε ορισμένα, σπουδαία μεν λιγοστά δε, παραδείγματα έργων όπως αυτά του Τερζάκη, του Μπεράτη, του Θεοτοκά, του Αθανασιάδη, του Ελύτη, του Αγγ. Βλάχου. Όλων, συγγραφέων που έζησαν το έπος ως στρατευμένοι. Από τους νεότερους λογοτέχνες, πολύ μικρό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί, τόσο που να είναι συνταρακτικά ενδεικτικό. Στη θέση του λουστήκαμε, εμείς οι παλιότεροι, τις αλήστου μνήμης ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή κάποιες άλλες, του τύπου "Υπολοχαγός Νατάσα".

Ας μην υποτιμάμε, όμως, την παραπάνω, συναισθηματική προσέγγιση. Ενδεχομένως, συναισθηματικής εντάσεως είναι και η εξήγηση της μεγαλειώδους, της απροσδόκητης ευφορίας που παρατηρήθηκε το ξημέρωμα της 28ης εκείνου του Οκτώβρη. 

Καθώς τα δίπολα μας πηγαίνουν πολύ, έχουν γραφτεί πολλά και πολλές απαντήσεις έχουν δοθεί στο δίπολο: Ποιος είπε το Όχι; ο Μεταξάς ή ο Λαός. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η μια πλευρά παρέσυρε την άλλη. Έπρεπε πρώτα να υπάρξει η σθεναρή, περήφανη και αποφασιστική απάντηση του κυβερνήτη στις ιταμές απαιτήσεις του Ιταλού πρέσβη, Γκράτσι για να φέρουν στην επιφάνεια τις υπνωτούσες αρετές και τα πατριωτικά συναισθήματα ενός βαθύτατα υπερήφανου λαού. Διερμηνεύοντας και σεβόμενος αυτά τα συναισθήματα, ο Μεταξάς θα σημειώσει στο ημερολόγιό του μια φράση, δραματικά συναισθηματικής εντάσεως σημαντική. Η λέξη κλειδί της φράσης το ουσιαστικό, "προσβολή". Η πλήρης φράση: "Δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την προσβολή". Που περαιτέρω σημαίνει: "δεν μπορούσα να προσβάλω αυτόν τον Λαό, παίρνοντας μια διαφορετική απόφαση".

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Πώς έγινε και τα ξεχάσαμε όλα αυτά; Καταγράφω τρεις, προσωπικές μου απαντήσεις.

Η πρώτη: Οι μετέπειτα, του μεγάλου γεγονότος, τραγικές ιστορικές επιχωματώσεις, όπως η κατοχή, η αντίσταση, το κίνημα του Δεκέμβρη, ο εμφύλιος, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, η αναζήτηση του βιοπορισμού που ακολούθησαν ήρθαν να εκτοπίσουν αυτήν την ένδοξη ιστορική στιγμή. Δυστυχώς, ό,τι απέμεινε από τη λάμψη της είναι μια κενή ρητορεία, οι παρελάσεις των μαθητών και των φαντάρων και η αργία των εργαζομένων. Ένα γεγονός που απλώς προηγήθηκε της κατοχής και ακολουθήθηκε από την εθνική αντίσταση και τον εμφύλιο.

Η δεύτερη, γενικότερη αυτή, απάντηση εντοπίζεται στις σοβαρές αναπηρίες που χαρακτηρίζουν τη σχέση των νεοελλήνων με την ιστορία. Όπως, η απουσία ιστορικής παιδείας και της συναφούς ικανότητας τοποθέτησής τους σήμερα, μέσα σε μια συνεκτική ιστορική διαδρομή.

Ιδιαίτερα μεταξύ των νέων μας, οι οποίοι μεγαλώνουν και ζουν στις μέρες μας σε συνθήκες ενός διαρκούς παρόντος. Χωρίς δηλαδή να έχουν καμιά, όχι μόνο εγκεφαλική, αλλά ούτε καν συναισθηματική σχέση με το κοινό παρελθόν αυτής της χώρας. Έτσι εξηγείται, που ένα μέρος τους συγχέει την 28η Οκτωβρίου με την 25η Μαρτίου, ή ακόμα που νιώθει το ‘40, το ίδιο μακρινό, π.χ. με τον Μαραθώνα.

Η τρίτη, περισσότερο διαπιστωτική αυτή: Δυστυχώς, με τους Έλληνες συμβαίνει κάτι σπάνιο μεταξύ των εθνών. Να αρνείται, δηλαδή, ένας λαός τα ιστορικά του προικιά- και τί προικιά!- και να πιθηκίζει ασυναίσθητα αλλότριες συνήθειες και συμπεριφορές, εν ονόματι κάποιου δήθεν κοσμοπολιτισμού και μιας επιφανειακής εξωστρέφειας.

Περίπου, σα να ντρέπεται λίγο, όπως συμβαίνει τόσο συχνά, για τα μεσογειακά και τα βαλκανικά του χούγια.

Αναφορές: Περισσότερα για τη μεγάλη στιγμή του έπους του ’40, αλλά και για άλλες ιστορικές στιγμές ψυχικής ανάτασης του λαού μας, παραπέμπω στο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη, "Διχασμός και εξιλέωση- Περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων", Εκδόσεις Πατάκη.

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα