kalomira   Αφήγηση Κων/νος Βασ.Τσίφτης

 
 
 
 
Τη γιαγιά μου - τη γυναίκα του παππού μου του Τσιφτο-Κώτσιου - την έλεγαν Καλομοίρα. Ήταν το γένος Μπαρτσιώκα, αδερφή του Μπαρτσιωκο-Βαγγέλη!!
Γυναίκα αθυρόστομη που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, με χιούμορ που έσπαγε κόκκαλα και χοντρές πλάκες που άφησαν εποχή.
Δυό απ αυτές τις πλάκες μου τις είχε διηγηθεί - ο μακαρίτης - ο Μακρο-Κωστάκης.
1η. Γλίνα μ΄ αλάτ΄!!!!
Ηταν μια βροχερή μέρα πριν τον πόλεμο. Η Καλομοίρα κατέβαινε απ την Ανω Φτέρη με φορτωμένο το γάϊδαρό της και για να μη βραχούν τα πράγματα που είχε φορτωμένα είχε ρίξει από πάνω μια μαντανία. Αυτή είχε μια ζακέτα πάνω απ το κεφάλι της για να μη βρέχεται. Παραδόξως έρχονταν από το δρόμο των Ελληνικών κι όχι απ το δρόμο της Κοκκορής που έρχονταν συνήθως.
Μπήκε στο χωριό και άρχισε να φωνάζει!!
- Αλάαααατ!!! Γλίνα μ αλάααατ!!! (Δηλ. Αλάτι!! Ανταλλάσσω γλίνα με αλάτι).
Ο κόσμος έβγαινε άρον άρον απ τα σπίτια του, να σταματήσει τον διερχόμενο πραματευτή για να πάρει αλάτι!!
Όταν πλησίαζε όμως και έβλεπε ότι ήταν η Καλομοίρα, άλλοι γελούσαν κι άλλοι την έβριζαν που τους έβγαλε στη βροχή!
- Αμ τι !!!! Μαναχά ιγώ θα βραχού κι θα στραγγάει του πράμα μ?? Να βγείτει κι σείς όξου να βραχείτει, ήταν η απάντησή της!!!
Υ.Γ. Στα χωριά μας εκείνη την εποχή το αλάτι ήταν δυσεύρετο και όταν έρχονταν κάποιος να πουλήσει, έσπευδαν όλοι να πάρουν. Επειδή όμως τα χρήματα ήταν λιγοστά, γινόταν ανταλλαγή σε είδος. Αυτό που υπήρχε άφθονο τότε, ήταν το χοιρινό λίπος (γλίνα),που χρησιμοποιούταν στη μαγειρική αντί για λάδι. π.χ. Αλάτι με Γλίνα σε κάποιο ποσοστό (π.χ. ένα προς 2 ή 3).
 
2η. Μακρήνα!!! Εβγα όξω μαρή !!!!
Αυτή τη φορά η Καλομοίρα κατεβαίνοντας απ την Ανω Φτέρη πέρασε την Κοκκορή και μπήκε στον Κλειτσό.
Φθάνοντας έξω απ το σπίτι του Μακρο-Νίκου άκουσε και κατάλαβε ότι μέσα στο μικρό ισόγειο κουζινάκι ζύμωνε η Αλεξάνδρα, η ΜακροΝίκαινα!!
Σταματάει απ έξω και της φωνάζει χοντραίνοντας τη φωνή της για να φαίνεται ανδρική:
- Μακρήνααα!!! Μαρή Μακρήνααα!!!
- Ποιος είναι ??, ρωτάει η Αλεξάνδρα.
- Εβγα όξω μαρή να σε @@μήσω !!!! , λέει η Καλομοίρα!!
Βάζει τις φωνές η Μακρήνα φωνάζοντας τον άντρα της!! Βγαίνει έξω ο Μακρονίκος κι από κοντά η Αλεξάνδρα με τα προζύμια στα χέρια και βλέπουν την Καλομοίρα!!
Ήξεραν τι μέρος του λόγου ήταν κι έβαλαν τα γέλια μουτζώνοντάς την!!!
Μόνο η Καλομοίρα θα μπορούσε να σκαρώσει τέτοιες πλάκες!!
Θεός σχωρές την!! Πέθανε το 1962 σε ηλικία 83 ετών !!
 
Ο Βασίλειος Δ.Σταμοκώστας "κατέθεσε " και τις δικές του αναμνήσεις για τη Καλομοίρα Τσίφτη
 
Επειδή σαν γείτονας και μεγαλύτερος αρκετά χρόνια από τον εγγονό της, που δεν πρόλαβε να την γνωρίσει καλά καλά, έχω ζήσει πολλά βιώματα - χωρατά με τη γιαγιά Καλομοίρα. Θα χρειαζόμουνα ίσως κάποιο μικρό βιβλίο να τα απαριθμήσω. Τόσο αυτή όσο και ο αδερφός της Βαγγέλης Μπαρτσιώκας (η μάνα μου το γένος Μπαρτσώκα από Παλιοβράχα), είχαν έμφυτο το ταλέντο του χωρατατζή. Καλοπροαίρετα πάντα φρόντιζαν να σε διασκεδάζουν με τα εφευρήματά τους. Θα πω όμως κάτι που για τα σημερινά δεδομένα φαντάζει απίστευτο. Στην εποχή της, συνήθως οι γυναίκες γεννούσαν μόνες τους ή το πολύ να τις βοηθούσε καμία πιο έμπειρη την ώρα του τοκετού της. Η δόλια η Καλομοίρα είχε την ατυχία να γεννάει συνέχεια θηλυκά, πράγμα που σήμαινε και προίκα. Και όχι μόνο. Σε πολλές των περιπτώσεων το βάρος της ευθύνης μετακυλιόταν στη γυναίκα που το γέννησε. Με τον παππού Κώστα Τσίφτη δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο -γιατί δεν τα σήκωνε αυτά η Καλομοίρα και τον πλήρωνε κανονικά - αλλά, σε μια στιγμή που γεννούσε κάποιο από τα πέντε κορίτσια της, ο παππούς Κώστας έσκαβε στον κήπο πιο κάτω και όταν μια γειτόνισσα τον φώναξε να έρθει σπίτι και πως γέννησε η Καλομοίρα, εκείνος τη ρώτησε: Τι έκανε, η γειτόνισσα απάντησε: Κορίτσι! Σκ.τά! απαντάει ο Τσιφτο-Κώτσιος και συνέχισε να σκάβει. Έλα όμως που ο Θεός τιμωρεί καμιά φορά και τον αχάριστο! Το 1927 η Καλομοίρα ήταν πάλι γκαστρωμένη και ετοιμόγεννη και παρόλα ταύτα πήρε το γαϊδαράκο της και δρόμο για την Επάνω Φτέρη που είχε κήπο για να φέρει τα καλούδια του να φάει η φαμελιά της. Ενώ είχε βγάλει τις φασολιές και ετοιμαζόταν να τις φορτώσει στο γάιδαρο την έπιασαν οι πόνοι. Δεν έχασε καιρό, πάει κάτω από τη Φτελιά να μην την καίει ο ήλιος, γέννησε το μωρό, το αφαλόκοψε, φορτώνει στο γάιδαρο τις φασολιές, τυλίγει με την ποδιά το μωρό και δρόμο για την Κάτω Φτέρη απ΄τη μεγάλη στράτα, όπως έλεγαν τον ανατολικό δρόμο. Είχε το σκοπό της... Φθάνοντας μέσα στο χωριό ο δρόμος για το σπίτι, περνούσε μέσα από τα μαγαζιά. Εκεί ήταν ο αφέντης, ο Τσιφτο-Κώστσιος, που μόλις τον είδε η Καλομοίρα να παίζει αμέριμνος χαρτιά, του λέει: Κώτσιο, άι τσακίσ΄κι έλα γλήγουρα σπίτ΄! ξαφνιάστηκαν οι παρόντες απ΄τη συμπεριφορά της γυναίκας στον αφέντη άνδρα και μάλιστα δημόσια. Η Καλομοίρα έφθασε σε δυο λεπτά στο σπίτι, από κοντά κι ο αφέντης με κακές διαθέσεις. Εκεί τον προλαβαίνει η Καλομοίρα και του ξαναλέει: Ά τσακίσ΄κι πάρ΄του πιδί απ τόχου πανουσάμαρα τυλιμένου μι την πουδιά: Ο Τσιφτο-Κώτσιος δεν έσπευσε να πάρει αμέσως το παιδί, αλλά ρώτησε: Τι είναι: Κι η Καλομοίρα με το ίδιο ύφος: Σου 'πα τσακί σ' κι πάρ του πιδί ιγώ πάου καθαρ'στού απ' τα αίματα!!! Ήταν ο Βαγγέλης το τελευταίο τους, το έβδομο παιδί, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια ζει στον Καναδά σε ηλικία 94 ετών και χαίρει άκρας υγείας με την γυναίκα του Νίκη. Η αφήγηση προέρχεται από τους παλιότερους από μένα που έζησαν τις καταστάσεις και εγώ κατάφερα μέσα από το χρόνο να συγκρατήσω το γεγονός.