Φτέρη Φθιώτιδας

                   Ιστορικές  Λαογραφικές & Φωτογραφικές μνήμες

 

 

 .

Ομιλία του καθηγητή κ.Μητσοτάκη στη Φτέρη στη κηδεία του Κωσταντίνου Πετσάλα 

Δικηγόρο παρ’Αρείω Πάγο τήν 20/11/2012


petsalas2

 

 

Εύ δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ής πιστός επί πολλών σε καταστήσω* είσελθε εις την χαράν του του Κυρίου σου (Ματθ. 25,21).

"'Αγιε Ηγούμενε, αγαπητοί μου αδελφοί,

Ολίγον πριν,δύση ο ήλιος την περασμένην Τρίτην, 20.11.2012, έδυσε το άστρον επιφανούς ανδρός.

Ο ευσταλής και λίαν ανδρείος αξιωματικός της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο διαπρεπής νομικός και δικηγόρος, ο ηδυεπής αγορητής εν τοις ακροατηρίοις των δικαστηρίων και ο μειλίχιος και προσηνής φίλος και συνομιλητής αφήκε, πλήρης ημερών, τον μάταιον τούτον κόσμον, συνομιλών ήδη μετά των αγαπητών εις αυτόν αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Μεγάλου Αθανασίου και του τραγικού ποιητού Αισχύλου, τον οποίον τοσούτον εθαύμαζε και εξετίμα.

Ο Κωνσταντίνος Πετσάλας του Δημητρίου εγεννήθη εν Φτέρη την 26 Οκτωβρίου 1910, την ημέραν της εορτής του Αγίου Δημητρίου και περί λύχνων αφάς, ότε οι τελευταίοι επισκέπται του εορτάζοντος πατρός του Μήτρου Πετσάλα ανεχώρησεν από της οικίας του, όν είχον επισκεφθή επί τοις ονομαστηρίοις του.

Ο πατήρ του ήτο θεοσεβής και εκοσμείτο υπό της αρετής της δικαιοσύνης. Διετέλεσε μέχρι θανάτου ταυ ιεροψάλτης του χωρίου και εχαρακτηρίζετο ως η καλλικέλαδος αηδών της Φθιώτιδος, προσκαλούμενος από όλα τα χωρία της πέριξ περιοχής να ψάλη εις εορτάς και κηδείας επιφανών ατόμων.

Η μήτηρ του Παρασκευή το γενος Μπίκα ήτο ενάρετος γυνή και εξετέλει καθήκοντα μαίας εν Φτέρη.

Ήτο υπερήφανος διότι ο παπεπίπαπος αυτού Αναστάσιος Πετσάλας, προύχων της Φτέρης, συλληφθείς δολίως υπό του Αλή Πασά, δεν υπέγραψε την παράδοσιν της αδουλώτου Φτέρης εις τους Τούρκους, παρά τας υποσχέσεις περί παραχωρήσεις τσιφλικίων εις αυτόν, κρεμασθείς εις την Παλαιοβράχαν, εις τον δένδρον του Καραδήμα, απέναντι του ναού του χωρίου.

Ήτο τό πέμπτον κατά σειράν τέκνον της οικογενείας και το σπουδαιότερον, εις το οποίον ο Κύριος κατεδώρισε τάλαντα και ιδιότητας σπανίως απαντωμένα εις ένα μόνον άτομον.

Κατ' αρχήν ηξιώθη να έχη υγείαν αστεμφή και ανυπέρβλητον ανδρείαν. Πέραν όμως τούτου ο Κύριος κατεδώρισεν αυτώ μνήμην μνημιώδή, σωφροσύνην κατά την πλατωνικήν διάκρισιν των ημερών της αρετής και σύνεσιν εντυπωσιακήν, εργατικότητα απαράμιλλον και υψήλήν αίσθησιν του καθήκοντος.

Από το πρώτον έτος των σπουδών του εις το Δημοτικόν σχολείον έλαμψεν ως φωτεινός αστήρ. Ήσαν τοσούτον εντυπωσιακαί αι επιδόσεις του ώστε ως πρωτάκι παρηκολούθει τα εις την ιδίαν αίθουσαν διδασκόμενα μαθήματα των άλλων, μεγαλυτέρων τάξεων, μαθητών και παρετηρείτο το λίαν ασύνηθες, οσάκις ηρωτώντο οι μεγαλύτεροι μαθηταί από τον διδάσκαλον επί των μαθηματων των και δεν ηδύναντο να απαντήσουν, να απαντά ο μικρός Κωστάκης, όστις παρηκολούθει και τα μαθήματα των μεγαλυτέρων.

Ο διδάσκαλός του ονόματι Δασκαλόπουλος είπεν αργότερον εις τον αδελφόν του Αναστάσιον Πετσάλαν, ούτινος η προτομή ευρίσκεται έξωθι του ναού, ότι επί 45 έτη υπηρεσίας έις την στοιχειώδη εκπαίδευσιν εβαλα μόνον ένα άριστα και τούτο το έλαβεν ο αδελφός σου

Η μνήμη ταυ ήτο εντυπωσιακή και ημιλλάτο εκείνην του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Διεκρίνετο από μικράς ηλικίας δια την σοβαρότητα και αυστηρότητα του ήθους του. Το δια τον Μέγαν Βασίλειον λεχθέν ότι σπουδαστής ών εν Αθήναις παρουσίαζε «μείζω μεν της ηλικίας την παίδευσιν, μείζω δε της παιδεύσεως την του ήθους πήξιν» παρετηρείτο και εις τον μεταστάντα.

Περατώσας το Δημοτικόν προωρίζετο υπό του πατρός του να γενή γεωργός και να παραμείνη εις το χωρίον προς συνεπικουρίαν αυτού, διότι η δεκαμελής οικογένεια είχε μεγάλην ανάγκην της σωματικής ρώμης και σπανίας εργατικότητος του εκλιπόντος.

Ο ίδιος όμως καθορών τα σπάνια προσόντα του διεγίγνωσκεν ότι έδει να εκμεταλλευθή ταύτα αν και αντελαμβάνετο τα οικογενειακά προβλήματα της οικογενείας του, εν όψει του ότι τα τρία πρώτα αδέλφια του ήσαν κόραι και,ο κατά σειράν τέταρτος αδελφός λίαν μεν εγκεφαλικός και ευφυής, αλλά ασθενής το σώμα.

Το 1930 εισέρχεται 20ετής εις την χωροφυλακήν, κατόπιν μεσολαβήσεως του θείου ταυ και μετά εξάμηνον εξέρχεται της Σχολής.

Το πρώτον μισθόν που λαμβάνει δεν κρατεί δι' εαυτόν, αλλά στέλλει το ήμισυ αυτού εις το πατέρα του και τούτο πράττει εν συνεχεία αδιαλείπτως προς ανακούφισιν της οικογενείας του και μέχρι θανάτου του πατρός του.

Ευρισκόμενος με την στολήν του χωροφύλακος, εγγράφεται εις το Γυμνάσιον και προσπαθεί να περατώση τούτο, έχων ως όνειρον να γενή αξιωματικός. Αριστεύων εις πάσας τας εν χωροφυλακή εξετάσεις εισέρχεται εις την Σχολήν Αξιωματικών και ο μεσολαβήσας πόλεμος του 40 αναγκάζει το Σώμα να τον στείλη εις Βόρειον Ήπειρον ως ανθυπασπιστήν, ένθα διακρίνεται δια την απαράμιλλον ανδρείαν του.

Κατά την διάρκειαν της Γερμανικής Κατοχής υπηρετών ως σταθμάρχης Ξυνού Νερού εις Φλώριναν κατεδαφίζει σιδηρούν πλαίσιον των εκεί Βουλγαροφρόνων (και ήδη Σκοπιανών) κατοίκων που είχον τοποθετήσει εις την οροφήν οικίας και έφερε επί της μιάς πλευράς τεράστιον αγκυλωτόν σταυρόν και τον Βασιλέα της Βουλγαρίας Βόριδα επί της άλλης.

Ότε εμαθεύθη το γεγονός περιεκυκλώθη ο Σταθμός Χωροφυλακής από τους τότε κομιτατζήδες της περιοχής κα ο εκλιπών έδωσεν αγώνα σώμα προς σώμα, τραυματισθείς βαρέως κατά την συμπλοκήν.

Η πρωτοφανής και φανερά κατεδάφισις του γερμανικού συμβόλου προεκάλεσε τον θαυμασμόν εις όλον το Σώμα της Χωροφυλακής, αλλ' ωδήγησε τον ανδρείον αξιωματικόν τρις εις την φυλακήν. Αποφυγών την εκτέλεσιν εκ τύχης και δι' ιδίων μεθοδεύσεων έναντι των κατοχικών στρατευμάτων, έλαβεν παράσημον ανδρείας και προαγωγήν επ' ανδραγαθία.

Κατά την ερυθράν επιβουλήν κατά της πατρίδος ηγωνίσθη με απαράμιλλον θάρρος και ανδρείαν, που ουδέν είχε να ζηλεύση από τους ηρωικούς αγωνιστάς του 21, τιμώμενος υπό των προϊσταμένων του.

Εν όψει της ενσωματώσεως της Δωδεκανήσου μετά της Ελλάδος απεστάλη εις Ρόδον ως ο κράτιστος τότε αξιωματικός ίνα το σώμα εμφανίζεται εις το βλέμμα των δωδεκανησίων ότι κέκτηται αξιωματικούς ικανούς και καλλιτέρους των μέχρι πρότινος κατακτητών ιταλών.

Παραμένει άγαμος μέχρι να υπανδρεύση και την μικροτέραν αδελφήν του και τον Φεβρουάριον 1951 νυμφεύεται την Μαρία το γένος Παναγιώτσυ Λεμπέση, την οποίαν συνέστησε με λόγους επαινετικούς εις τον μεγαλύτερον αδελφόν του ο εκ Κρανιδίου Μητροπολίτης Παντελεήμων.

Εκ του γάμου αυτού απέκτησε δύο άρρενας υιούς. Τον Δημήτριον, διαπρεπή δικηγόρον, εμπορικολόγον, μετεκπαιδευθέντα εις Αγγλίαν και τον Αναστάσιον, φιλόλογον καθηγητήν, ομοίως μετεκπαιδευβέντα εν τη γηραιά Αλβιώνι.

Το 1951 αποχωρεί του Σώματος της χωροφυλακής με τον βαθμόν του μοιράρχου, όντος πρώτου εις την επετηρίδα, επιθυμών διακαώς να γενή δικηγόρος Αθηνών, πράγμα που επιτυγχάνει.

Ο πολυϊδμων πλέον δικηγόρος διακρίνεται από των πρώτων ετών εις την δικηγορίαν.

Η ικανότης του λέγειν καθιστά τούτον κορυφαίον δικηγόρον τόσον δια τον μεστόν και άρτιον γλωσσικώς, εν τη λογία, δικανικόν του λόγον, όσον και δια την γραπτήν εν τοις δικογράφοις ανάπτυξιν των ισχυρισμών των εντολέων του. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα της αναγνωρίσεως που ετυγχανεν από τους συναδέλφους του ήτο το γεγονός ότι ότε συνεζητούντο εν τη Ολομελεία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεκάδες αιτήσεων ακυρώσεως κατά του τότε εισαχθέντος νόμου περί 35ετίας, οι συνάδελφοί του επέλεξαν δύο δικηγόρους να ομιλήσουν επί του εριστού τότε ζητήματος της συνταγματικότητος του νόμου. Τον γνωστόν και παλαιότερον αυτού δικηγόρον Αλέξανδρον Βαμβέτσον και τον μεταστάντα.

Μετά τας αγορεύσεις οι συνάδελφοί του τον συνεχάρησαν ειπόντες ότι η αγόρευσίς του ήτο υπερτέρα εν παντί απ' εκείνης του ετέρου διασήμου δικηγόρου.

Ως προείπομεν ο μεταστάς εκοσμείτο υπό αρετών. Ο ενάρετος βίος του, αι φανεραί και αι περισσότεραι αφανείς ευεργεσίαι προς τους πατριώτας του, φίλους και αναξιοπαθούντας, αι δωραιαί του προς εκκλησίας, η αίσθησις του καθήκοντος, τα φιλάδελφα αισθήματά του προεκάλουν τον θαυμασμόν και την εκτίμησιν, την οποίαν οι γνωστοί, αλλά και απλοί πολίται εξέφραζον εις τους υιούς του κατά τρόπον αυθόρμητον. Ήμην αυτήκοος μάρτυς τοιούτων επαίνων εις το Χαλάνδρι ένθα συνηντώμην μετά του υιού του Δημητρίου.

Η ζωή και η εν γένει βιωτή του εκλιπόντος είχον μεγίστην επίδρασιν εις την διαμόρφωσιν του χαρακτήρος των υιών του, ιδία ως προς την εγκράτειαν κάι τον συντηρητισμόν του βίου.

Τούτο διότι ως ο Ωριγένης ο μεταστάς «οίον τον λόγον τοιόνδε και τον τρόπον και οίον τον τρόπον τοιόνδε και τον λόγον επεδείκνυτο».

Ο αμίμητος εν τη λογία ρήτωρ ηρέσκετο εις την συζήτησιν να παρενείρη γνωμικά αρχαίων ελλήνων, εραστής ών της θύραθεν, αλλά και της έσω παιδείας.

Έλεγε συχνάκις ο εκλιπών ότι όποιος τιμά και προσέχει τους γονείς του το αυτό θα εύρη και από τα τέκνα του, αναφέρων το λεχθέν υπό του Πιττακού : «ούς αν εράνους εισενέγκης τοις γονεύσι τοιούτους προσδέχου και παρά των τέκνων...». Όντως τας μεγάλας υπηρεσίας που ο ίδιος προσέφερεν εις τον πατέρα του εδέχθη και ο ίδιος από τον πρώτον υιόν του, όστις μετά υπερβάλλοντος ζήλου επρόσεχε, πολλαπλώς περιποιείτο και περιείπε τον επί 25ετίαν χηρεύοντα μεταστάντα.

Ας είναι ελαφρόν το χώμα της εριβώλακος Φθίας που θα δεχθή το σεπτόν σου σώμα.

Η μνήμη σου θα παραμείνη αγήρως εις τους συγγενείς, φίλους και συμπατριώτας.

Σχολιάστε το άρθρο

Cancel or